Άρθρο
1936 - Χρονιά επαναστάσεων

Βαρκελώνη 1936

Η Λίλιαν Μπουρίτη ανατρέχει στο κύμα εξεγέρσεων που συγκλόνισε την Ευρώπη πριν 90 χρόνια.

 

Το 1936 ήταν η χρονιά που οι εξεγέρσεις, τα μαζικά κινήματα και οι επαναστάσεις, μπήκαν ξανά στην ημερήσια διάταξη διεθνώς. Το 1936 ήταν διεθνές, οι μεγάλες αναμετρήσεις ξετυλίχτηκαν σχεδόν παράλλήλα επηρεάζοντας η μία την άλλη. Είχαν κοινή ρίζα. Ένα σύστημα στη μεγαλύτερη κρίση που είχε γνωρίσει μέχρι τότε, τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, την άνοδο του φασισμού, αλλά και την αντεπίθεση της εργατικής τάξης που έδειχνε την εναλλακτική στη βαρβαρότητα. Η κυρίαρχη άποψη στην ιστορία βλέπει μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στην παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 1929 , το φασισμό και το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Η άποψη δηλαδή ότι η κρίση έκανε αναπόφευκτη την άνοδο του Χίτλερ, αυτή με τη σειρά της τον πόλεμο και το μόνο που θα μπορούσε να βάλει τέρμα σε αυτή τη φρίκη ήταν η πολεμική ισχύς των Συμμάχων. Είναι μια διήγηση που εξαφανίζει την κινητήριο δύναμη της ιστορίας: την ταξική πάλη. 

Αυτή η δύναμη είναι που μπήκε μπροστά με εκκωφαντικό τρόπο το 1936. Από την επανάσταση στην Ισπανία, μέχρι τη μεγαλύτερη απεργία και τις καταλήψεις των εργοστασίων στη Γαλλία. Και από τις φοβερές απεργίες του Μάη του '36 στην Θεσσαλονίκη που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση και να εμποδίσουν την άνοδο του Μεταξά. Ως την απεργία και την κατάληψη της General Motors στις ΗΠΑ που νίκησε. Η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία στον κόσμο αναγκάστηκε να αναγνωρίσει το συνδικάτο UAW και να υπογράψει συλλογική σύμβαση. Ενθαρρυμένοι από αυτή τη πρωτόγνωρη νίκη, μέσα στο 1937 εκατομμύρια εργάτες και εργάτριες κάνουν απεργίες και καταλήψεις σε όλες τις ΗΠΑ. 

Το 1936 ήταν η χρονιά που η εργατική τάξη βγήκε παντού στο προσκήνιο για να σταματήσει την βαρβαρότητα που έφερνε η μεγαλύτερη κρίση του καπιταλισμού.

Επανάσταση στην Ισπανία

Στις 16 Φλεβάρη του 1936 η Ισπανία απέκτησε μια αριστερή κυβέρνηση. Μετά από πέντε χρόνια αγώνων που ξεκίνησαν με την ανατροπή της Μοναρχίας το 1931, η μαζική ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου οδήγησε στην εκλογική νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Τους μήνες που ακολούθησαν ξέσπασαν μαζικές απεργίες στις πόλεις και καταλήψεις μεγάλων αγροκτημάτων στην ύπαιθρο, καθώς χιλιάδες εργάτες κι αγρότες διεκδικούσαν να γίνουν πράξη οι ελπίδες που έσπειρε η νίκη της Αριστεράς στις εκλογές. 

Στις 17 Ιούλη οι στρατηγοί κινήθηκαν. Ο στρατός έκανε πραξικόπημα για να ανατρέψει την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Ο στρατηγός Φράνκο που διοικούσε το στρατό στις ισπανικές αποικίες στη Βόρεια Αφρική ξεκίνησε το πραξικόπημα. Πίσω του στοιχήθηκε η άρχουσα τάξη κι όλη η Δεξιά: βιομήχανοι, γαιοκτήμονες, η Καθολική Εκκλησία, οι δύο πτέρυγες των μοναρχικών, η φασιστική “Φάλαγγα”.

Όμως το πραξικόπημα απέτυχε. Σε πολλές πόλεις οι εργατικές οργανώσεις κινητοποιήθηκαν, κέρδισαν φαντάρους με το μέρος τους, εξοπλίστηκαν με όποιον τρόπο μπορούσαν. Και η ύπαιθρος πήρε φωτιά. Εκατομμύρια εργάτες γης πήραν τα όπλα, έδιωξαν τη μισητή στρατοχωροφυλακή και τους γαιοκτήμονες. Το Πολεμικό Ναυτικό δεν στήριξε το πραξικόπημα. Οι ναύτες και οι υπαξιωματικοί συνέλαβαν τους αξιωματικούς και ανέλαβαν τη διοίκηση. 

Ο Άγγλος συγγραφέας Τζορτζ Όργουελ κατατάχθηκε εθελοντής σε μια εργατική πολιτοφυλακή (του POUM, ενός αντισταλινικού μαρξιστικού κόμματος) για να πολεμήσει τους φασίστες. Περιγράφει την πρώτη του εντύπωση από τη Βαρκελώνη στο βιβλίο του Φόρος Τιμής στην Καταλονία: “Ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα σε μια πόλη όπου τα ηνία κρατούσε η εργατική τάξη. Ουσιαστικά κάθε σημαντικό κτίριο οποιουδήποτε μεγέθους είχε καταληφθεί από τους εργάτες και ήταν ντυμένο στις κόκκινες σημαίες ή στις μαυροκόκκινες των αναρχικών...ακόμα και οι λούστροι στο δρόμο είχαν κάνει την κολεκτιβοποίηση και τα κασελάκια τους ήταν μαυροκόκκινα. Οι σερβιτόροι και οι περαστικοί σε κοίταζαν στα μάτια και σου συμπεριφέρονταν σαν ίσος προς ίσο” .1

Οι εργάτες έπρεπε, αναγκαστικά να διαχειριστούν την οικονομική και κοινωνική ζωή στις περιοχές που απέτυχε το πραξικόπημα. Εκατοντάδες επιχειρήσεις κινδύνευαν με κλείσιμο λόγω ελλείψεων ή επειδή τα αφεντικά περνούσαν στις περιοχές των πραξικοπηματιών είτε την κοπανούσαν στο εξωτερικό. Οι περισσότερες περνούσαν υπό τον έλεγχο των εργατών, που είτε τις αναλάμβαναν ολοκληρωτικά είτε περιόριζαν ασφυκτικά την εξουσία των ιδιοκτητών. Ο Φραντς Μπορκενάου γράφει για την Βαρκελώνη:

«Η έκταση που πήραν οι απαλλοτριώσεις στις λίγες μέρες μετά τη 19η Ιούλη, είναι πραγματικά απίστευτη. Οι εργατικές οργανώσεις είχαν κατασχέσει όλα τα μεγάλα ξενοδοχεία, με μια δυο εξαιρέσεις, για τις ανάγκες τους… Το ίδιο είχε γίνει με τα μεγάλα καταστήματα. Πολλές τράπεζες έκλεισαν, σε άλλες μπορούσες να δεις ανακοινώσεις που δήλωναν ότι είχαν τεθεί υπό τον έλεγχο της Χενεραλιτάτ [της περιφερειακής κυβέρνησης της Καταλονίας]. Απ’ ό,τι πληροφορηθήκαμε, πρακτικά όλοι οι εργοστασιάρχες είχαν είτε φύγει είτε σκοτωθεί και τα εργοστάσιά τους είχαν περάσει στον έλεγχο των εργατών. Παντού μεγάλα πανό κρέμονταν στις προσόψεις εντυπωσιακών κτιρίων διαλαλώντας είτε ότι η διεύθυνση είχε πλέον περάσει στα χέρια της CNT, είτε ότι η τάδε ή η δείνα οργάνωση τα είχε απαλλοτριώσει για την οργανωτική δουλειά».2

Η εργατική τάξη αντιμετώπισε το πραξικόπημα χωρίς τη βοήθεια της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Όλες οι πηγές μαρτυρούν ότι όχι μόνο δεν είχε πάρει μέτρα ενάντια στους επίδοξους πραξικοπηματίες, αλλά κι όταν ξέσπασε το πραξικόπημα στο Μαρόκο, προσπάθησε στην αρχή να κρύψει την είδηση και μετά να την υποβαθμίσει. 

Οι μόνοι «θεσμοί» που μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη στοιχειώδη οργανωμένη απάντηση στο πραξικόπημα ήταν οι εργατικές οργανώσεις και τα κόμματα. Στην Καταλονία η Κεντρική Επιτροπή των Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών συγκροτήθηκε δυο μέρες μετά τη νίκη της 19 Ιούλη. Η δύναμή της ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη ώστε η Καταλανική κυβέρνηση (η Χενεραλιτάτ) την αναγνώρισε επίσημα.

Σε όλη τη δημοκρατική ζώνη, δηλαδή στις περιοχές που απέκρουσαν τους πραξικοπηματίες, διαμορφωνόταν:

«η εικόνα δυο εν δυνάμει διαφορετικών εξουσιών. Η μια εξουσία, αυτή της κυβέρνησης και του Πρόεδρου Αθάνια, αποτελούνταν από μια χούφτα φιλελεύθερους αστούς πολιτικούς, αποκομμένους από την ίδια τους την κοινωνική βάση και χωρίς καμιά μαζική επιρροή… Η άλλη –εμβρυακή έστω– εξουσία, ήταν αυτή του οπλισμένου προλεταριάτου. Η κυβέρνηση των Αθάνια και σία ήταν πολύ αδύνατη για να μπορέσει ν’ αντικρούσει τη δύναμη της εργατικής τάξης. Όμως, από την άλλη πλευρά, ούτε το οπλισμένο προλεταριάτο ήταν αρκετά συνειδητό για να κάνει ένα βήμα παραπέρα και να ξεφορτωθεί και την κυβέρνηση του Αθάνια».3

Για τον Στάλιν η βοήθεια στην Ισπανική Δημοκρατία ήταν κομμάτι της προσπάθειας του να συγκροτήσει μια συμμαχία με τη Γαλλία και την Αγγλία ενάντια στη Γερμανία. Η προσπάθεια προσεταιρισμού των δημοκρατικών ιμπεριαλιστικών χωρών είχε συγκεκριμένες επιπτώσεις για την Ισπανία. Ο Στάλιν δεν ήθελε επαναστατικά πειράματα στην Ισπανία που θα τρόμαζαν την Αγγλία και τη Γαλλία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας ακολούθησε πιστά αυτή τη γραμμή. Πρώτα θα κερδίσουμε τον πόλεμο έλεγε και μετά μπορούμε να μιλήσουμε για την κοινωνική αλλαγή. Αυτό σήμαινε ότι η επίσημη Δημοκρατική κυβέρνηση έκανε τα πάντα για να διαλύσουν όλα τα έμβρυα επαναστατικής εξουσίας που είχαν χτίσει οι εργάτες μετά τον Ιούλη του 1936.

Από την ίδια της τη φύση η δυαδική εξουσία είναι ασταθής και δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ. Το πραγματικό ζήτημα που έμπαινε το φθινόπωρο του 1936 είναι ποια από τις δύο εξουσίες θα επικρατούσε: η αστική δημοκρατική ή η προλεταριακή επαναστατική. 

Υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στην Ισπανία του 1936 και στην Ρωσία του 1917. Η ισπανική εργατική τάξη είχε περισσότερες εμπειρίες. Είχε «ζήσει» στο πετσί της την αποτυχία της αστικής δημοκρατίας ανάμεσα στο 1931-1936 να ικανοποιήσει βασικά αιτήματα για γη, ψωμί, ελευθερίες και είχε παλέψει γι’ αυτά ενάντια στις «δημοκρατικές κυβερνήσεις». Η εργατική τάξη της Ρωσίας δεν είχε τέτοιες εμπειρίες το 1917.

Όμως, υπήρχε και μια άλλη διαφορά. Τα σοβιέτ του 1917 στην Ρωσία ήταν από την αρχή συντονισμένα και συγκροτημένα σε πανεθνικό επίπεδο, παρόλο που στους πρώτους μήνες κυριαρχούσαν σε αυτά τα κόμματα της ταξικής συνεργασίας, των Εσέρων και των Μενσεβίκων. Το πρώτο συνέδριο των σοβιέτ έγινε τον Μάη του 1917. Στην Ισπανία, η δυαδική εξουσία δεν πήρε ποτέ αυτή την ξεκάθαρη μορφή. Οι μυριάδες των επιτροπών, κολλεκτίβων, καταλήψεων, πολιτοφυλακών, δεν συντονίστηκαν ποτέ, δεν συζήτησαν τα επόμενα βήματα ώστε να αναμετρηθούν ξεκάθαρα οι απόψεις για την πορεία της επανάστασης.

Χωρίς αυτή τη διαδικασία, τα επόμενα βήματα για την κατάκτηση της εξουσίας από τους εργάτες γίνονταν πολύ δύσκολα. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν μια συνειδητή και αποφασιστική παρέμβαση των δυνάμεων που βρισκόταν στ’ αριστερά της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. 

Ο αναρχισμός ήταν μαζικό εργατικό ρεύμα στην Ισπανία. Η CNT ήταν ένα συνδικάτο με βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη. Στις αρχές του 1936 η CNT είχε φτάσει το 1.550.000 μέλη και στους μήνες που ακολούθησαν την εκλογική νίκη της Αριστεράς, η μαχητική της στάση της έδινε περισσότερη επιρροή. Όμως η αναρχία δεν είχε να προτείνει μια εναλλακτική στρατηγική. Οι αναρχικοί αντιμετώπιζαν την επανάσταση σαν μια διαδικασία που ξεδιπλώνεται σε χιλιάδες σημεία χωρίς να χρειάζεται κεντρικές μάχες. Απέρριπταν κάθε μορφή κράτους –και το εργατικό. Όμως η στρατιωτική αντίσταση στο Φράνκο απαιτούσε μια συγκεντρωτική εξουσία, μηχανισμούς για την οργάνωση της οικονομίας και την κινητοποίηση πόρων. Το καθεστώς της δυαδικής εξουσίας δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Το Νοέμβρη του 1936 στον ανασχηματισμό της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου δύο αναρχικοί μπήκαν στην κυβέρνηση και πήραν Υπουργεία. Ταυτόχρονα οι αριστεροί σοσιαλιστές πίστευαν ότι αρκούσε μια αριστερή κυβέρνηση για να γίνει το κράτος επαναστατικό. Και οι επαναστάτες, κυρίως μέσα στο POUM, ήταν μόλις λίγες χιλιάδες και με συγχυσμένη πολιτική. 

Τον Μάη του 1937 ο διοικητής της αστυνομίας (μέλος του ΚΚ) έστησε μια προβοκάτσια, οργανώνοντας επίθεση στο κτίριο Τηλεφωνικής Εταιρίας στη Βαρκελώνη που έλεγχε μια κοινή επιτροπή εργατών από τις δυο μεγάλες συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, τη CNT (αναρχοσυνδικαλιστές) και την UGT (σοσιαλιστές). Οι εργάτες της Βαρκελώνης απάντησαν με οδοφράγματα, τα οποία αποσύρθηκαν μετά από την παρέμβαση της CNT. Μετά το συμβιβασμό ήρθε η καταστολή. Στη συνέχεια το βαθμιαίο ξήλωμα όλων των κατακτήσεων. Έτσι φτάσαμε στην ήττα από τον Φράνκο.

Οι καταλήψεις στη Γαλλία

Στις 26 Απρίλη 1936 έγινε ο πρώτος γύρος των βουλευτικών εκλογών στην Γαλλία. Όταν μια βδομάδα μετά, στις 3 Μάη, μετρήθηκαν οι ψήφοι του δεύτερου γύρου, το αποτέλεσμα έδειξε ολοκάθαρα θρίαμβο της Αριστεράς, που κατέβηκε στις εκλογές συνασπισμένη στο Λαϊκό Μέτωπο και συγκέντρωσε το 57,2% των ψήφων.

Τον Φλεβάρη του 1934 οι φασίστες, αποθρασυμένοι από την άνοδο των Ναζί στη Γερμανία και από τα σκάνδαλα των κυβερνήσεων, επιχείρησαν να εισβάλουν στη Βουλή. Η ενωτική αντιφασιστική διαδήλωση που ακολούθησε και η Γενική Απεργία εκείνο τον Φλεβάρη ήταν η απαρχή για κοινή δράση του Κομμουνιστικού και του Σοσιαλιστικού Κόμματος, σπάζοντας το σεχταρισμό της λεγόμενης «τρίτης περιόδου». Η ανάκαμψη του εργατικού κινήματος και το ρεύμα προς τα αριστερά που διαμορφώθηκε οδήγησε σε σαρωτική νίκη του Λαϊκού Μετώπου στις εκλογές.

Το Ριζοσπαστικό Κόμμα, που ήταν η δημοκρατική «κολώνα» της αστικής τάξης όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε μπει στο Λαϊκό Μέτωπο, αλλά αυτό δεν το έσωσε από την εκλογική καθίζηση. Αντίθετα, το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε σημαντικά οφέλη. 

Πριν καν αναλάβει τα καθήκοντά του ως πρωθυπουργός ο Λεόν Μπλουμ, επικεφαλής του Σοσιαλιστικού Κόμματος, η εργατική τάξη μπήκε σε κίνηση. Στις 11 Μάη οι εργάτες στο εργοστάσιο αεροπλάνων Μπρεγκέ στη Χάβρη έκαναν απεργία και κατάληψη που κράτησε μια νύχτα. Ανάγκασαν το αφεντικό να επαναπροσλάβει δυο συνδικαλιστές που είχε απολύσει και επίσης, κάτι ανεπανάληπτο, να πληρώσει και τα μεροκάματα της απεργίας. Στις 13 και 14 Μάη έγιναν παρόμοιες απεργίες σε εργοστάσια στην Τουλούζη και το Παρίσι.

Στις 28 Μάη «έσκασε η βόμβα»: οι εργάτες στη Ρενό Μπιγιανκούρ απεργούν και έχουν καταλάβει το εργοστάσιο. H Ρενό Μπιγιανκούρ ήταν η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία έξω από τις ΗΠΑ. Εκεί δούλευαν τριάντα χιλιάδες εργάτες. Ήταν επίσης ένα σκληρό αντεργατικό κάστρο: τρελοί ρυθμοί δουλειάς, χαφιέδες παντού, απαγορεύσεις, «στρατιωτική πειθαρχία».

Η απεργία και η κατάληψη της Ρενό-Μπιγιανκούρ έσυρε τους εργοδότες της βαριάς βιομηχανίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το απεργιακό κύμα έμοιαζε να καταλαγιάζει.

Οι εργοδότες δέχτηκαν αιτήματα για αυξήσεις αλλά ήταν ανένδοτοι στο ζήτημα της συλλογικής σύμβασης. Οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και το απεργιακό κύμα πήρε γιγάντιες διαστάσεις. Περίπου 150 χιλιάδες μεταλλεργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια που δούλευαν στην περιφέρεια του Παρισιού.

Ήδη από την 1 Ιούνη το κίνημα είχε αρχίσει να απλώνεται στα μικρότερα εργοστάσια. Το μεσημέρι εκείνης της μέρας 66 εργοστάσια είχαν καταληφθεί. Στο σχόλασμα της βάρδιας ο αριθμός είχε φτάσει τα 150. Στις μέρες που ακολούθησαν οι απεργίες εξαπλώθηκαν στη χημική βιομηχανία, στην υφαντουργία, στις μεταφορές, στη βιομηχανία τροφίμων, στα τυπογραφεία, στη βιομηχανία κατασκευής επίπλων, στα διυλιστήρια. Από το Παρίσι εξαπλώθηκε στις άλλες πόλεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα αφεντικά έσπευδαν να υπογράψουν τοπικές συμφωνίες, όμως σε λίγες ώρες οι απεργίες ξανάρχιζαν. Στις 4 Ιούνη ο Λεόν Μπλουμ ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του. Εκείνη τη μέρα 500 χιλιάδες εργάτες και εργάτριες βρίσκονταν μέσα σε κατειλημμένα εργοστάσια. Η ατμόσφαιρα ήταν γιορτινή. Κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν στις πύλες. Οι απεργοί οργάνωναν συναυλίες και χορούς, με όλη τη γειτονιά να συμμετέχει.

Έτσι αναγκάστηκαν οι καπιταλιστές να δώσουν παραχωρήσεις, τις Συμφωνίες του Ματινιόν (πρωθυπουργική κατοικία). O Μπλουμ κάλεσε τις ηγεσίες των εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων σε διαπραγματεύσεις με τη μεσολάβησή του. Το προϊόν των διαπραγματεύσεων ήταν οι Συμφωνίες του Ματινιόν της 7 Ιούνη. Ο γαλλικός ΣΕΒ συμφώνησε σε αυξήσεις 15% για τους χαμηλόμισθους και 7% για τους υπόλοιπους. Αποδέχτηκε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε ότι θα φέρει νόμους για την καθιέρωση της εβδομάδας των 40 ωρών χωρίς μείωση αποδοχών και για πληρωμένη καλοκαιρινή άδεια δυο βδομάδων. Η κυβέρνηση και οι ηγεσίες των συνδικάτων θεωρούσαν ότι η ικανοποίησή των αιτημάτων θα σταματούσε το απεργιακό κύμα. Όμως, δεν έγινε έτσι. Οι απεργίες και οι καταλήψεις συνεχίζονταν. «Όλα είναι δυνατά!» έλεγε ένα σύνθημα που άρχισε να αποκτάει απήχηση.

Εκείνη την στιγμή η ηγεσία του ΓΚΚ πάτησε φρένο. Ο Μορίς Τορέζ, ο ηγέτης του κόμματος δήλωσε: “Αυτή τη στιγμή δεν μπαίνει θέμα για την εργατική τάξη και το Κόμμα να διεκδικήσει την εξουσία. Ποια θα είναι λοιπόν η συνέχεια; Ε λοιπόν πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κλείνουμε μια απεργία όταν τα αιτήματά της έχουν ικανοποιηθεί. Όμως, ακόμα περισσότερο, πρέπει να γνωρίζουμε πώς να δεχόμαστε ένα συμβιβασμό έστω κι αν δεν έχουν ικανοποιηθεί όλα τα αιτήματα.”4 Η συνέχιση της γενικής απεργίας και των καταλήψεων έθετε, αντικειμενικά, επί τάπητος ζήτημα εξουσίας. Κι η γραμμή του ΚΚ Γαλλίας ήταν ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί και δεν πρέπει να διεκδικήσει την εξουσία. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου ήταν η ελπίδα για μια αντιφασιστική συμμαχία με την ΕΣΣΔ και έπρεπε να παραμείνει στην εξουσία. Αυτή ήταν η συλλογιστική του ΓΚΚ.

Το φρένο πατήθηκε, δεν υπήρχε εναλλακτική ηγεσία ριζωμένη στους χώρους δουλειάς και στις γειτονιές. Ενάμισι χρόνο μετά οι κατακτήσεις του ’36 είχαν χαθεί μέσα από τις συστηματικές πιέσεις των καπιταλιστών και τους συμβιβασμούς της κυβέρνησης. Ο ενθουσιασμός άρχισε να δίνει τη θέση του στην απογοήτευση. Τελικά, οι «αστοί δημοκράτες» σύμμαχοι, ξεφορτώθηκαν την Αριστερά και από την κυβέρνηση.

Το Λαϊκό Μέτωπο είχε κάνει τα πρώτα του βήματα σε μια απεργία υπεράσπισης του Νταλαντιέ απέναντι στους φασίστες το '34. Αυτός ο Νταλαντιέ, ο αρχηγός του Ριζοσπαστικού Κόμματος ήταν ξανά πρωθυπουργός τον Νοέμβρη του 1938 όταν η κατάργηση της βδομάδας των 40 ωρών πυροδότησε μια γενική απεργία που απέτυχε. Την επόμενη χρονιά, μετά την υπογραφή του Συμφώνου Χίτλερ-Στάλιν, ο Νταλαντιέ έβγαλε το ΚΚ εκτός νόμου τον Σεπτέμβρη του 1939. Οι αστοί σύμμαχοι του Λαϊκού Μετώπου είχαν γυρίσει 180 μοίρες και κυνηγούσαν τους κομμουνιστές! Αυτή η ίδια βουλή του 1936 ήταν αυτή που το 1940 παρέδωσε την κυβέρνηση στον Πεταίν που εγκαθίδρυσε το καθεστώς του Βισύ σε συνεργασία με τους Ναζί. Πρόκειται ίσως για το πιο ακραίο παράδειγμα των αδιεξόδων του κοινοβουλευτισμού. 

Μάης του '36 στην Ελλάδα

Η Ελλάδα έζησε τις δικές της επαναστατικές μέρες την άνοιξη του 1936. “Τα χρόνια της κρίσης το επίπεδο ζωής χειροτερεύει συνέχεια. Οι Δημόσιοι Υπάλληλοι σε συγκεντρωσή τους το 1932 στο “Αλαμπρα” καταγγέλουν ότι οι αποδοχές τους έχουν μειωθεί 20%. Χειρότερη είναι ακόμη κατάσταση για τους άλλους εργαζόμενους. Ο τιμάριθμος έχει ανέβει κάθετα και μάλιστα για άμεσα αναγκαία είδη όπως το ψωμί, το λάδι. Αποτέλεσμα και η αύξηση της φυματίωσης, ασθένειας κυρίως των φτωχών και των πεινασμένων. Η κυβέρνηση Βενιζέλου με την τρομοκρατία προσπαθεί να αποφύγει τις διαμαρτυρίες, τις διαδηλώσεις. Οχι μόνο την αστυνομία αλλά και τον στρατό στέλνουν τότε κατά των απεργών. Με την κρίση η κυβέρνηση Βενιζέλου τρομοκρατεί περισσότερο. Τον Αύγουστο του 1929 ψηφίζεται ένας αντεργατικός νόμος ντροπής που ονομάζεται Ιδιώνυμο. Σε απολογισμό τέλους 1932 από τότε που άρχισε να εφαρμόζεται, έγιναν 12.000 συλλήψεις, 2.003 καταδίκες με 1.936 χρόνια φυλάκισης, 785 εξορίες, 120 στρατιώτες εξορίστηκαν στον Καλπάκι. Εχουν γίνει 1.355 τραυματισμοί, έχουν σκοτωθεί 14.”5

Η πίεση για συνδικαλιστική ενότητα ήταν προϊόν της ανόδου του εργατικού κινήματος στη δεκαετία του '30. Στις αρχές του Απρίλη του 1936, οι δυο καπνεργατικές συνομοσπονδίες -η “κίτρινη” της ΓΣΕΕ και η “κόκκινη” της Ενωτικής ΓΣΕΕ του ΚΚΕ- ενοποιήθηκαν σε ένα συνέδριο. Το ίδιο συνέδριο διατύπωσε μια σειρά αιτήματα σε κυβέρνηση και καπνεμπόρους. Όταν τα απέρριψαν, ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για απεργία. Δίπλα στην Εκτελεστική Επιτροπή συγκροτήθηκε μια Απεργιακή Επιτροπή. 

Η απεργία ξεκίνησε 29 Απρίλη στη Θεσσαλονίκη. Τις επόμενες μέρες απλώθηκε σε πολλές πόλεις. Και γινόταν όλο και πιο μαχητική, ιδιαίτερα όταν η αστυνομία χτύπησε τις απεργιακές φρουρές έξω από τα καπνομάγαζα. Τη δέκατη μέρα της απεργίας, ο Κ. Θέος, επικεφαλής της «Ενωτικής» ΓΣΕΕ και στέλεχος του ΚΚΕ, και ο Καλομοίρης της ΓΣΕΕ αναλαμβάνουν να βρουν συμβιβαστική λύση με την κυβέρνηση στην Αθήνα. Όμως, ακριβώς την ίδια μέρα, στη Θεσσαλονίκη η κυβέρνηση χτυπά τους απεργούς καπνεργάτες στην Εγνατία. Αυτοί, όχι μόνο δεν υποχώρησαν, αλλά ενώθηκαν με τη διαδήλωση των απεργών της νηματουργίας, ένας καινούργιος κλάδος που έμπαινε στη μάχη. Μαζί τους οι οικοδόμοι, οι αυτοκινητιστές, οι εργαζόμενοι στη χημική βιομηχανία, οι πάντες.

Την επόμενη μέρα, 9 Μάη, η χωροφυλακή άνοιξε ξανά πυρ στο ψαχνό και δολοφόνησε 12 εργάτες και εργάτριες. Η απεργία πλέον έγινε απόλυτη. Η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή ήταν η μόνη «αρχή» που υπάκουε ο πληθυσμός Θεσσαλονίκης. “Εκείνη τη μέρα και τη νύχτα της 9ης προς 10 Μαΐου και την επόμενη 11 Μαΐου δεν υπάρχει καμιά επίσημη εξουσία στη Θεσσαλονίκη. Στην πραγματικότητα εξουσία είναι η απεργιακή επιτροπή. Η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή εξελέγη από τις εργοστασιακές, σωματειακές και τοπικές απεργιακές επιτροπές όλης της Θεσσαλονίκης. Αποτελέσθηκε τελικά από σαράντα περίπου πρόσωπα τα οποία συνεδρίαζαν συνεχώς… Στις 10 Μαϊου κόλλησε ανακοινώσεις σε όλη την πόλη ότι την επόμενη θα κηρυχτεί πανελλαδική απεργία για την υποστήριξη της Θεσσαλονίκης. Συγκρότησε απεργιακή φρουρά για την άμυνα των διαδηλώσεων” γράφει ο Δ.Λιβιεράτος.6

Η απεργία από οικονομική γίνεται πολιτική: το σύνθημα “Κάτω ο Δολοφόνος Μεταξάς!” δονεί όλη τη χώρα. Όμως, αυτό ακριβώς τον πολιτικό χαρακτήρα φοβήθηκε η ηγεσία του ΚΚΕ. 

Στη Θεσσαλονίκη, η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή δέχεται τις διαβεβαιώσεις του στρατηγού Ζέπου ύστερα από μεσολάβηση του βουλευτή του ΚΚΕ Σινάκου και Φιλελεύθερων πολιτευτών και δεν παίρνει μέτρα κλιμάκωσης και επέκτασης του αγώνα όπως θα ήταν το αίτημα της ανατροπής της κυβέρνησης. Στις 11 Μάη, οι ηγεσίες των συνομοσπονδιών σπεύδουν να κλείσουν την καπνεργατική απεργία. Κηρύσσουν βέβαια μια απεργία στις 13 Μάη ενάντια στις δολοφονίες, αλλά δηλώνουν ότι δεν έχει πολιτικούς σκοπούς!

Αυτή η στάση δεν οφειλόταν σε μια λάθος εκτίμηση της στιγμής. Το ΚΚΕ εκείνη την εποχή είχε κάνει ήδη μια μεγάλη στρατηγική στροφή. Στις αρχές του 1934, στην 6η Ολομέλεια, είχε εγκαταλείψει το στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η Ελλάδα δεν ήταν ώριμη για τον σοσιαλισμό υποστήριζε. Χρειαζόταν ένα ενδιάμεσο στάδιο, που θα απάλλασε την ελληνική κοινωνία από τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και τα “μισο-φεουδαρχικά υπολείμματα”. Κι αυτός ήταν ένας στόχος που χωρούσε και τα “πατριωτικά”, “προοδευτικά” τμήματα της αστικής τάξης.

Ενάμισι χρόνο μετά, αυτή η στροφή ολοκληρώθηκε με τη γραμμή των “Λαϊκών Μετώπων” που επέβαλε ο Στάλιν σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα. Τα ΚΚ πλέον υποστήριζαν ότι αυτό που απαιτούσε η κατάσταση ήταν μια πλατιά συμμαχία με κόμματα που εκπροσωπούσαν την προοδευτική, δημοκρατική μερίδα της αστικής τάξης που θα έπαιρνε την κυβέρνηση, θα έκανε μεταρρυθμίσεις φιλολαϊκές και θα υπεράσπιζε τη δημοκρατία. Ήταν μια «στροφή» στον κοινοβουλευτικό δρόμο που υπάκουε και στη διπλωματία του Στάλιν ο οποίος επεδίωκε τον προσεταιρισμό των «μεγάλων δημοκρατιών» της Γαλλίας και της Βρετανίας.

Έτσι, στη Γαλλία οι κατακτήσεις του Ιούνη του 1936 εξανεμίστηκαν την επόμενη χρονιά. Και τρία χρόνια μετά το ίδιο κοινοβούλιο που ανεδείκνυε την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου παρέδιδε την εξουσία στο δωσιλογικό καθεστώς του στρατάρχη Πεταίν. Στην Ισπανία η επαναστατημένη Βαρκελώνη πνίγηκε στο αίμα τον Μάη του 1937 από την επέμβαση της δημοκρατικής κυβέρνησης. Στο τέλος του 1939 ο φασίστας Φράνκο θα έβγαινε νικητής. Στην Ελλάδα, η Θεσσαλονίκη έμεινε μόνη της. Αντί να ενισχύσει το κίνημα που έλεγε «κάτω ο Μεταξάς» η ηγεσία του ΚΚΕ κυνηγούσε τον συμβιβασμό με τους Φιλελεύθερους που είχαν ψηφίσει να γίνει πρωθυπουργός. Το κίνημα υποχώρησε και στις 4 Αυγούστου το Παλάτι, οι στρατηγοί κι ο Μεταξάς έκαναν δικτατορία. 

Στη δεκαετία του ’30 αναμετρήθηκαν η αντεπαναστατική απελπισία και η επαναστατική ελπίδα διεθνώς. Από τη μια, η βαρβαρότητα του φασισμού και της οικονομικής κρίσης, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί που έφερναν πιο κοντά ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο. Από την άλλη, οι μεγαλύτερες επαναστατικές εξορμήσεις των εργατών. 

Ο Τρότσκι έγραψε μια μπροσούρα το 1931 με τίτλο «Γερμανία, το κλειδί της διεθνούς κατάστασης».7 Σε αυτή κατηγορούσε την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας ότι όλη η πολιτική της στηριζόταν στην ηττοπαθή εκτίμηση πως εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των «συσχετισμών», η νίκη του φασισμού ήταν αναπόφευκτη και οι πραγματικές ευκαιρίες θα ερχόταν μετά τη φθορά του στην εξουσία. Ο Τρότσκι επέμενε πως αυτή η εκτίμηση ήταν λάθος. Η κατάσταση είναι «προ-επαναστατική» υποστήριζε, και αυτό που κρινόταν ήταν αν θα γίνει «επαναστατική» ή «αντεπαναστατική».

Δεν υπάρχουν αυτοματισμοί στη μετατροπή μιας κατάστασης σε «επαναστατική» ή «αντεπαναστατική». Το ποιες πολιτικές δυνάμεις καθορίζουν τον τρόπο και την προοπτική με την οποία δίνει η εργατική τάξη τις μάχες της, κρίνει πού θα γείρει η ζυγαριά. Η προσπάθεια να μεγαλώσουμε την επαναστατική Αριστερά ,για να έχει η τάξη μας την ηγεσία που της αξίζει, έχει πολύ μεγάλη σημασία στη σημερινή περίοδο της κρίσης του καπιταλισμού, που θυμίζει την κρίση της δεκαετίας του '30.

 

Σημειώσεις

1. Τζορτζ Όργουελ, Φόρος τιμής στην Καταλονία

2. Τόνυ Κλιφ, Τρότσκι 4: 1927-1940 Όσο πιο σκοτεινή η νύχτα τόσο πιο φωτεινό το αστέρι, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ 363

3. Andy Durgan, Tony Cliff, Ισπανία 1936. Λαϊκό Μέτωπο κι επανάσταση ενάντια στο φασισμό, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ 47

4. Τόνι Κλιφ, Ιούνης '36 Γαλλία. Οι καταλήψεις των εργοστασίων, Εργατική Δημοκρατία, σελ 25

5. Δημήτρης Λιβιεράτος, ο Μάης του '36 στην Ελλάδα, Σοσιαλισμός από τα κάτω 89, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2011, https://socialismfrombelow.gr/article.php?id=383&issue=89#gsc.tab=0

6. Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1932-1936), Εναλλακτικές εκδόσεις/Ιστορική μνήμη 6, σελ 272-273

7. Λέον Τρότσκι Η Πάλη Ενάντια στο Φασισμό στην Γερμανία, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ 69-78