Βιβλιοκριτική
Βιβλιοκριτική: "Ιράν, Ιμπεριαλισμός και πόλεμος, Αντίσταση και Επανάσταση"

Ιράν, Ιμπεριαλισμός και πόλεμος, Αντίσταση και Επανάσταση
Επιμέλεια: Λέανδρος Μπόλαρης

85 σελίδες, 8€
Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

 

Το βιβλίο «Ιράν, Ιµπεριαλισµός και πόλεµος, Αντίσταση και Επανάσταση» του Λέανδρου Μπόλαρη από τις εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, κυκλοφορεί σε µία κρίσιµη περίοδο κλιµάκωσης των ιµπεριαλιστικών επιθέσεων. Ο πόλεµος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν απειλεί να βάλει φωτιά σε όλη τη Μέση Ανατολή και παρά τις παλινωδίες Τραµπ που προσπαθεί να βρει τρόπο να ξεµπλέξει σώζοντας ό,τι µπορεί από το γόητρο της αµερικανικής ηγεµονίας, η ανάγκη ενίσχυσης του αντιπολεµικού κινήµατος είναι επιτακτική.

Σε αυτή την προσπάθεια συµβάλει το βιβλίο καθώς παρουσιάζει την ιστορία του Ιράν πέρα και έξω από τις συνήθεις δυτικές αφηγήσεις που επιλέγουν να περιγράφουν ολόκληρες κοινωνίες µέσα από το πρίσµα της ισλαµοφοβίας κάνοντας λόγο µόνο για «µουλάδες» που ζουν στον «Μεσαίωνα» και απειλούν να «απλώσουν τον σκοταδισµό» σε ολη την περιοχή. 

Η αφήγηση διαρθρώνεται σε οκτώ κεφάλαια. Ξεκινά από την σηµερινή ιµπεριαλιστική επέµβαση και περνά στη συνέχεια στην πάραδοση της αντίστασης στον ιµπεριαλισµό, τη µεγάλη επανάσταση του 1979 που ανέτρεψε τον Σάχη, την ιστορία της Αριστεράς στο Ιράν και τους λόγους που δεν κατάφερε να καθορίσει τις εξελίξεις, τον αιµατηρό πόλεµο που ακολούθησε µε την ιρακινή εισβολή µε τη στήριξη των ΗΠΑ, τις διαιρέσεις τις άρχουσας τάξης και τις αντιστάσεις της εργατικής τάξης και των από τα κάτω που επιµένουν µέχρι και σήµερα. Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου συνδέει αυτές τις εµπειρίες µε το νέο αντιπολεµικό κίνηµα.

Το βιβλίο παίρνει ξεκάθαρη θέση απέναντι στον ιµπεριαλιστικό πόλεµο των ΗΠΑ και Ισραήλ χωρίς «ναι µεν αλλά» καταδεικνύοντας την υποκρισία που συνοδεύει τις επιθέσεις όταν ο Τραµπ και ο Νετανιαχου µιλάνε για τα «δικαιώµατα του ιρανικού λαού», των γυναικών και των παδιών. 

«Το σύστηµα Επστάιν-Τραµπ που εµπορεύεται γυναίκες και παιδιά, που αντιλαµβάνεται την εξουσία σαν δικαίωµα στην ανθρώπινη και παιδική σαρκα, τώρα δηλώνει συγκινηµένο από την αντίσταση των ιρανών γυναικών», γράφει ο Μπόλαρης θυµίζοντας ότι µία από τις πρώτες επιθέσεις ήταν η ισοπέδωση ενός σχολείου θηλέων στην πόλη Μινάµπ µε τη δολοφονία 160 µαθητριών, ενώ την ίδια ώρα η Μελάνια Τραµπ µιλούσε... ως προεδρεύουσα του ΟΗΕ για τα δικαιώµατα των παιδιών σε εµπόλεµες ζώνες. 

Η αλλαγή καθεστώτος που επιχείρησε ο Τραµπ στο Ιράν απέτυχε οικτρά, αλλά οι ΗΠΑ στο παρελθόν τα είχαν καταφέρει. Το 1953 µαζί µε τη Βρετανία, που τότε προσπαθούσε να διατηρήσει την κυριαρχία της στην περιοχή και στο ιρανικό πετρέλαιο, οργάνωσαν πραξικόπηµα που ανέτρεψε τον πρωθυπουργό Μοχάµεντ Μοσαντέκ όταν υπό την πίεση ενός τεράστιου κινήµατος υλοποίησε την προεκλογική υπόσχεση του Εθνικού Μετώπου και εθνικοποίησε την αγγλο-ιρανική εταιρεία πετρελαίου AIOC –τη γνωστή σήµερα BP. Η αντίσταση στους δρόµους και η οργή για τον βρετανικό ιµπεριαλισµό απέτρεψε την πρώτη απόπειρα έξωσης του Μοσαντέκ, αλλά η CIA κατάφερε εν τέλει να ανατρέψει τον πρωθυπουργό και να επαναφέρει ως απόλυτο µονάρχη τον Σάχη Παχλαβί που στο ενδιάµεσο είχε φύγει τροµοκρατηµένος στο εξωτερικό. 

Με τη στήριξη των ΗΠΑ ο Σάχης επέβαλε µία σκληρή «εκσυγχρονιστική» δικτατορία και το Ιράν ήταν ο δεύτερος καλύτερος φίλος της Ουάσιγκτον στην περιοχή µετά το Ισραήλ. Η παιδική θνησιµότητα στην ύπαιθρο ήταν από τις υψηλότερες στον κόσµο, οι παραγκουπόλεις απλωνόταν στην Τεχεράνη, ενώ η αυλή και οι επιχειρήσεις που διαπλέκονταν µαζί της αυγάτιζαν τα κέρδη τους την ώρα που η βασιλική οικογένεια παρέθετε εκδηλώσεις προκλητικής χλιδής. 

Το δυτικό περίβληµα του καθεστώτος δεν είχε τίποτα το δηµοκρατικό µε τους νόµους να υπαγορεύουν στις γυναίκες πως να ντύνονται, απαγορεύοντας στις µουσουλµάνες να φορούν µαντήλα στο όνοµα της «προόδου». 

Την “τάξη” την εξασφάλιζε η SAVAΚ µία από τις πιο άγριες µυστικές αστυνοµίες που είχε ιδρυθεί µε τη βοήθεια της ισραηλινής Μοσάντ. 

«Στα µέσα της δεκαετίας του 1970 οι πάντες ήταν πια δυσαρεστηµένοι µε το καθεστώς. Οι φοιτητές στα πανεπιστήµια, οι φτωχοί στις παραγκουπόλεις, οι µικροί και οι µεγάλοι επιχειρηµατίες του “µπαζάαρ” που ένιωθαν ριγµένοι από τους κολλητούς του Σάχη και τις µεγάλες δυτικές επιχειρησεις, οι εργάτες που έβλεπαν τον πληθωρισµό να εξανεµίζει τους µισθούς, οι αγρότες που ειχαν βρεθεί να πιέζονται από τους γαιοκτήµονες και τις γεωργικές επιχειρήσεις», γράφει ο Μπόλαρης που επισηµαίνει ότι στο µεταξύ η εκβιοµηχάνιση σήµανε ότι η εργατική τάξη είχε µεγαλώσει αριθµητικά. 

Η ιστορία της επανάστασης του 1979 στο Ιράν είναι συναρπαστική και ο συγγραφέας καταφέρνει µέσα σε λίγες σελίδες να µεταφέρει του τι σήµανε η «έφοδος στον ουρανό» µε πρωταγωνίστρια την εργατική ταξη.

Όπως εύστοχα επισηµαινει: «Οι δυτικοί σχολιαστές συνηθίζουν να µιλάνε για την Ισλαµική Επανάσταση. Όµως η επανάσταση δεν ξεκίνησε µε θρησκευτικό περιεχόµενο». Ήδη δύο χρόνια πριν είχαν ξεσπάσει απεργίες µε οικονοµικά αιτήµατα και το 1978 διαδηλώσεις φοιτητών που το καθεστώς τις έπνιξε στο αίµα. Το κύµα της αγανάκτησης και της δυσαρέσκειας ενάντια στο καθεστώς χρησιµοποιησε τη γλώσσα του σιιτικού Ισλάµ. Οι θρησκευτικές γιορτές µετατρέπονταν σε διαδηλώσεις. Τα σαρανταήµερα µνηµόσυνα το ίδιο. 

«Στις 7 Σεπτεµβρίου το καθεστώς κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, απαγορεύοντας κάθε συνάθροιση. Την επόµενη µέρα δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές/τριες αψήφησαν την απαγόρευση. Πύρινα οδοφράγµατα υψώθηκαν στις εργατογειτονιές της νότιας Τεχεράνης. Ελικόπτερα άρχισαν να γαζώνουν µε πολυβόλα αυτή την περιοχή. Στην ανατολική πλευρά της πόλης, στην πλατεία Τζαλέχ µερικές χιλιάδες διαδηλωτές έκαναν καθιστική διαµαρτυρία. Τα πολυβόλα άρχισαν να κροταλίζουν και εκεί. Μέσα σε λίγη ώρα 79 άνθρωποι δολοφονήθηκαν. 

Η 8 Σεπτεµβρίου 1978 έµεινε γνωστή ως “Μαύρη Παρασκευή” και το “σηµείο χωρίς επιστροφή”. Κάθε γέφυρα συµβιβασµού µε το καθεστώς του Σάχη είχε γκρεµιστεί. Οι διαδηλώσεις κάµφθηκαν για ένα διάστηµα. Αλλά εκείνη τη στιγµή βγήκε δυναµικά στο προσκήνιο η εργατική τάξη».

Οι απεργίες άρχισαν να απλώνονται και να παραλύουν κρίσιµους τοµείς της παραγωγής, όπως τα διυλιστήρια. Τα οικονοµικά και πολιτικά αιτήµατα τροφοδοτούσαν το ένα το άλλο. 

Πρώτο στη λίστα των αιτηµάτων έµπαινε η άρση του στρατιωτικού νόµου, η διάλυση της SAVAK κι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουµένων. Στη συνέχεια προστέθηκαν κι άλλα αιτήµατα: η κατάργηση της µοναρχίας, η δήµευση της περιουσίας του Σάχη και των αυλικών του, η εθνικοποίηση των µεγάλων επιχειρήσεων.

Η αυτενέργεια της εργατικής τάξης ήταν εντυπωσιακή. «Οι απεργοί του υπουργείου Οικονοµικών µετά από δύο βδοµάδες απεργία πρόσθεσαν στα αιτήµατά τους το διώξιµο όλων των ξένων στρατιωτικών συµβούλων και τη διακοπή των σχέσεων µε το Ισραήλ και το καθεστώς του ρατσιστικού απρατχάιντ της Νότιας Αφρικης. Στα µέσα ∆εκέµβρη οι υπάλληλοι του υπουργείου Εξωτερικών κατέβηκαν σε απεργία και δηµοσίευσαν τα ονόµατα όλων των πρακτόρων της SAVAK στις πρεσβείες και τα προξενεία του Ιράν στο εξωτερικό».

Ο µηχανισµός καταστολής του Σάχη δεν µπορούσε να ελέγξει το κύµα των απεργιών και των καταλήψεων που απλωνόταν. Σε µία ύστατη προσπάθεια διόρισε πρωθυπουργό έναν παλιό οπαδό του Μοσαντέκ αλλά πλέον οι ελιγµοί ήταν καταδικασµένοι να αποτύχουν. Τον Γενάρη του 1979 ο Σάχης εγκατέλειψε το Ιράν. Τον Φλεβαρη ο Χοµεϊνί επέστρεψε στη χώρα και σχηµάτισε µία «προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση». Οι προσπάθειες του καθεστώτος του Σάχη να πάρει τον έλεγχο συνεχίστηκαν και ξέσπασαν ένοπλες συγκρούσεις. 

Οι Φενταγίν του Λαού και οι Μουτζαχεντίν του Λαού, οι δύο ένοπλες οργανώσεις της Αριστεράς, έβγαλαν τα όπλα τους από τις κρύπτες και έσπευσαν σε βοήθεια. Και µαζί τους ενώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες µε γυµνά χέρια ενάντια στα τανκς.

Την περίοδο της επανάστασης οι εργάτες έφτιαχναν τις δικές τους εργοστασιακές επιτροπές, τις «σόρα» και έπαιρναν τον έλεγχο της παραγωγής. Οι εργάτες ανακάλυπταν την παράδοση του εργατικού ελέγχου και διεκδικούσαν συνολικές αλλαγές. 

Οι «σόρα» θα ήταν το κλειδί για να φτάσει η επανάσταση του Ιράν να ανατρέψει όχι µόνο τον Σάχη αλλά και την καπιταλιστική διάρθρωση του κράτους. Αλλά οι εργαστασιακές επιτροπές δεν είχαν αποκτήσει τη δύναµη και τον συντονισµό των σοβιέτ στη Ρωσία. Η Αριστερά δεν είχε τις ρίζες που είχε η Αριστερά στη Ρωσία και πολύ περισσότερο της έλειπε η επαναστατική στρατηγική για να µπορέσει να ηγηθεί και να δώσει κατεύθυνση σε αυτό το συγκλονιστικό κίνηµα. 

«Έτσι η ηγεµονία πέρασε στα χέρια του κοµµατιού του ανώτερου κλήρου γύρω από τον Χοµεϊνί και των στρωµάτων της νέας µεσαίας τάξης που τον υποστήριζαν. Μαζί µε τους φιλελεύθερους ισλαµιστές επιτεθηκε στην Αριστερά, το εργατικο κίνηµα και τις σόρα και κατέστειλε κινήµατα εθνικών µειονοτήτων. Και στη συνέχεια στράφηκε ενάντια στους “φιλελεύθερους” εδραιώνοντας την εξουσία του».

Το πολιτικό ισλάµ που εξέφραζε ο Χοµεϊνί και ο κλήρος ήταν κοµµάτι της επανάστασης αλλά και ο νεκροθάφτης της. «Σήµερα, κάποιοι λένε ότι το λάθος της Αριστεράς ήταν ότι συνεργάστηκε µε τους ισλαµιστές. Το λάθος δεν ήταν ότι οι αριστερές οργανώσεις ενώθηκαν µε τα εκατοµµύρια που διαδήλωναν και απεργούσαν φωνάζοντας “Θάνατος στο Σάχη” κρατώντας τα πορτραίτα του Χοµεϊνί. Το πραγµατικό πρόβληµα ήταν η στρατηγική που στις διαφορετικές εκδοχές της είχε κοινή συνισταµένη την υποκατάσταση της εργατικής τάξης. Το αποτέλεσµα ήταν ότι η Αριστερά δεν µπόρεσε να διεκδικήσει την ηγεµονία στο µαζικό κίνηµα που συνέχισε να δίνει τις µάχες του και µετά τον Φλεβάρη του 1979».

Στο κεφάλαιο που είναι αφιερωµένο στην Αριστερά στο Ιράν περιγράφονται οι δυναµικές που αναπτύχθηκαν στις διάφορες περιόδους µε κυριότερες την περίοδο του Μοσαντέκ και της επανάστασης του 1979.

Το κόµµα Τουντέχ που ιδρύθηκε το 1941 µετά την κοινή αγγλο-σοβιετική στρατιωτική επέµβαση που ανέτρεψε το φιλογερµανικό καθεστώς του Ρεζά Χαν, ήταν ένα κόµµα υπέρ της µεταρρύθµισης και όχι της επανάστασης, που κατάφερε όµως να µεγαλώσει σε µέλη και σε επιρροή µέσα από το κίνηµα υπέρ της εθνικοποίησης των πετρελαίων και της αντίστασης στον βρετανικό ιµπεριαλισµό. Όταν όµως έγινε το πραξικόπηµα δεν οργάνωσε την αντίσταση και τους επόµενους µήνες δέχτηκε συντριπτικά πλήγµατα από το νέο καθεστώς. 

Ο βασικός λόγος της αποτυχίας του ήταν η «στρατηγική των σταδίων» που ακολουθούσαν τα κοµµουνιστικά κόµµατα από τη δεκαετία του 1930. Η απόρριψη της ανεξάρτητης οργάνωσης της εργατικής τάξης αποδειχτηκε παραλυτική την κρίσιµη στιγµή. 

Τη δεκαετία του 1960 µε τα µεγάλα εθνικοαπελευθερωτικά κινήµατα και τον πόλεµο του Βιετναµ νέες οργανώσεις έκαναν την εµφάνισή τους και στο Ιράν όπως και στον υπόλοιπο κόσµο. Οι Φενταγίν του Λαού και οι Μουτζαχεντίν του Λαού ήταν οργανώσεις προσανατολισµένες στον ένοπλο αγώνα και όχι στη µαζική πάλη. Και οι δύο είχαν εκατοντάδες νεκρούς και φυλακισµένους στον αγώνα ενάντια στον Σάχη, ωστόσο όταν άρχισε να φουντώνει το µαζικό κίνηµα δεν µπόρεσαν να επηρεάσουν την κατεύθυνσή του αν και έκαναν απόπειρες στροφής στη µαζική δουλειά και είχαν παρουσία στις σόρα. 

Η αναµέτρηση για την πορεία της επανάστασης µετά την ανατροπή του Σάχη δεν εξελίχθηκε στο κενό, καθώς το 1980 το Ιράκ του Σαντάµ Χουσεΐν εισέβαλε στο Ιράν. Ο Σαντάµ θεωρούσε πως µπορούσε να εκµεταλλευτεί την κατάσταση και να γίνει ο νέος εκλεκτός του ιµπεριαλισµού στην περιοχή. Αρχικά οι ΗΠΑ υποτίθεται ότι τηρούσαν ουδετερότητα αλλά στη συνέχεια ενεπλάκησαν στον πόλεµο στηρίζοντας τον Σαντάµ. Ο πόλεµος που κράτησε οκτώ χρόνια ήταν ιδιαίτερα αιµατηρός και τελείωσε µε τις γραµµές του µετώπου να παραµένουν σχεδόν ίδιες. Το 1990 ο Σαντάµ για να ρεφάρει εισέβαλε στο Κουβέιτ, µε τις ΗΠΑ πια να στρέφονται εναντίον του οργανώνοντας την πρώτη εισβολή στο Ιράκ το 1991.

Βγαίνοντας από τον πόλεµο η άρχουσα τάξη του Ιράν είχε παραµείνει ζωντανή και προσπαθούσε να ανακάµψει. Το αυταρχικό καθεστώς προχώρησε σε κάποια βήµατα «φιλελευθεροποίησης» κυρίως της οικονοµίας µε άνοιγµα στο ιδιωτικό κεφάλαιο αλλά και της πολιτικής ζωής. Το ρήγµα που εµφανίστηκε στην άρχουσα τάξη µεταξύ «συντρητικών» και «µεταρρυθµιστών» ήταν δεµένο µε τα διλήµµατα για το πώς µπορούσε να συνεχιστεί η πολιτική κυριαρχία και η εκµετάλλευση της εργατικής τάξης µε τους καλύτερους δυνατούς όρους και µε ποιες συµµαχίες στο εξωτερικό την ώρα που οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει κυρώσεις και εµπάργκο. 

Και οι δύο πτέρυγες προσπάθησαν και προσπαθούν να έχουν κοινωνικά στηρίγµατα, αλλά στην πραγµατικότητα έχουν διαψεύσει αµφότερες τις προσδοκίες του απλού κόσµου.

Οι εξεγέρσεις στο Ιράν είναι επαναλαµβανόµενες τα τελευταία χρόνια είτε στην κυβέρνηση είναι οι «µεταρρυθµιστές» είτε οι «συντηρητικοί», ενώ το καθεστώς είναι αυταρχικό και απαγορεύει τα ελεύθερα συνδικάτα και τα πολιτικά κόµµατα λειτουργούν µόνο υπό την έγκρισή του. 

Μετά τον πόλεµο του 1980 επήλθαν αλλαγές και στην εργατική τάξη του Ιράν. Καταρχάς το ποσοστό της στον πληθυσµό αυξήθηκε. Μία άλλη µεγάλη αλλαγή ήταν η µαζική είσοδος των γυναικών στους χώρους δουλειάς που συνοδεύτηκε από διεκδικήσεις και κατακτήσεις παρά την επίσηµη ιδεολογία του καθεστώτος. 

Οι γυναίκες είχαν ενεργό συµµετοχή στην επανάσταση του 1979 και αντιστάθηκαν στην επιβολή αυταρχικών µέτρων από το νέο καθεστώς. Κατά τη διάρκεια του πολέµου οι γυναίκες άρχισαν να καλύπτουν µαζικά τις κενές θέσεις στην παραγωγή και την εκπαίδευση. Πολλές από τις χήρες του πολέµου που στήριζαν το ισλαµικό καθεστώς διεκδίκησαν και κέρδισαν το δικαίωµα να κρατήσουν και να µεγαλώσουν τα παιδιά τους, να πάρουν τις συντάξεις ή τα επιδόµατα χωρίς παρέµβαση από άνδρες συγγενείς. Απεργίες σε νοσοκοµεία και σχολεία τη δεκαετία του 2000 γινόταν από τις γυναίκες που εργάζονταν πλειοψηφικά σε αυτούς τους τοµείς. 

Ο Μπόλαρης παραθέτει το πανόραµα εξεγέρσεων στο Ιράν από το 2009 µέχρι τις µεγάλες διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία της Κουρδισας Μάσα Αµινί και τις πρόσφατες κινητοποιήσεις. 

Ο πολεµος στο Ιράν έβγαλε εκατοµµύρια στους δρόµους σε όλο τον κόσµο και πρώτα από όλα στις ΗΠΑ. Το αντιπολεµικό κίνηµα διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, που η κυβέρνηση της Ν∆ περηφανεύεται για τις καλές τις σχέσεις µε τον Τραµπ και τον Νετανιάχου, χρειάζεται να συνεχίσει να δυναµώνει. Το βιβλίο αυτό καταφέρνει µε σύντοµο και κατανοητό τρόπο να συµβάλει στην εµπειρία της αντίστασης στον ιµπεριαλισµό φέρνοντας στο προσκήνιο την ιστορία αυτών που πρώτοι από όλους υφίστανται τη βαρβαρότητα αλλά και αντιστέκονται σε αυτή, την ιστορία της εργατικής τάξης του Ιράν που έχει να διδάξει πολλά στην εργατική τάξη όλου του κόσµου. 

Το βιβλίο βασίζεται και παραθέτει µία πλούσια βιβλιογραφία και περιέχει αφιέρωµα µε φωτογραφίες από κορυφαία ιστορικά γεγονότα.