Η μπάλα σε λάθος πόδια
Δημήτρης Ραπίδης
198 σελίδες, 14€
Εκδόσεις Απρόβλεπτες
Με αφορµή τον πόλεµο των Ηνωµένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν και τη διοργάνωση του Μουντιάλ του καλοκαιριού του 2026 από τις ΗΠΑ, µαζί µε τον Καναδά και το Μεξικό, το βιβλίο του ∆ηµήτρη Ραπίδη «Η µπάλα σε λάθος πόδια» γίνεται ακόµη πιο επίκαιρο.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Απρόβλεπτες Εκδόσεις τον Οκτώβριο του 2025 και, όπως αναφέρεται και στον υπότιτλό του, πρόκειται για µια περιήγηση στα σκοτεινά δωµάτια του sportwashing, µε κοινό σηµείο αναφοράς το ποδόσφαιρο.
«Η ιστορική περιήγηση του βιβλίου ξεκινά από την Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι, προχωρά στην Ισπανία του Φρανθίσκο Φράνκο, ανεβαίνει βορειότερα στη Γερµανία του Αδόλφου Χίτλερ, για να διασχίσουµε έπειτα τον Ατλαντικό Ωκεανό και να βρεθούµε πρώτα στην Αργεντινή του Χουάν Περόν και του Χόρχε Βιντέλα και στη συνέχεια στη Βραζιλία του Ζετούλιο Βάργκας.
Συνεχίζουµε την περιήγησή µας επιστρέφοντας στην Ευρώπη και στην Πορτογαλία του Αντόνιο Σαλαζάρ, περνάµε στην άλλη άκρη της υφηλίου, στην Κίνα και τις πολιτικές του κοµµουνιστικού καθεστώτος µε αιχµή του δόρατος την ηγεσία του Σι Τζινπίνγκ, για να κλείσουµε µε το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία», σηµειώνει ο συγγραφέας.
Ο ίδιος διευκρινίζει ότι το sportwashing δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις κρατών και ηγετών που ερευνώνται στο βιβλίο, αλλά «απλώνεται» σε όλο τον πλανήτη.
Ο ∆ηµήτρης Ραπίδης αξιοποιεί πλήθος βιβλίων που έχουν γραφτεί για τον αθλητισµό, το ποδόσφαιρο και το sportwashing ως πηγές του, παρουσιάζοντας µε ευκολοδιάβαστο τρόπο πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία. Μάλιστα, ορισµένα από αυτά δεν είναι ευρέως γνωστά.
Με βάση την έρευνά του, ο συγγραφέας κάνει αξιοσηµείωτες παρατηρήσεις που ανοίγουν ακόµη περισσότερο τη συζήτηση.
Ενδεικτικά, στο κεφάλαιο για την Ιταλία του Μουσολίνι ο ∆ηµήτρης Ραπίδης σηµειώνει: «Τον Οκτώβριο του 1922 ο Ντούτσε ίδρυσε το πρώτο φασιστικό κράτος στον κόσµο, και το ποδόσφαιρο ήρθε να αποτελέσει ένα από τα βασικά εργαλεία επιβολής της εξουσίας».
Πιο κάτω αναφέρει: «Για τον Μουσολίνι το ποδόσφαιρο, η δύναµη και η ένταση των παικτών στο χορτάρι, είχε στοιχεία από την οργάνωση και συγκρότηση ενός στρατού και ταίριαζε µε το πνεύµα του φασισµού. Στο µανιφέστο του υποστήριζε ότι ο φασισµός βασίζεται στον ηρωισµό, στην αισθητική της βίας, στη θυσία και στην καρτερία, απέναντι στις κακουχίες που εξυπηρετούν έναν µεγαλύτερο στόχο, µε τις αξίες του πολέµου να αρχίζουν να διαποτίζουν την οργάνωση του αθλητισµού και του ποδοσφαίρου».
Στο κεφάλαιο για την Ισπανία του Φράνκο, ο συγγραφέας καταπιάνεται, ανάµεσα σε άλλα, µε το πώς οικοδοµήθηκε ο ισπανικός εθνικισµός και τον ρόλο του Σαντιάγο Μπερναµπέου και της Ρεάλ Μαδρίτης σε αυτή τη διαδικασία.
«Παρά την αποκατάσταση της δηµοκρατίας το 1975, η κληρονοµιά του Φράνκο συνέχιζε να επηρεάζει και να αναπαράγει τις σχέσεις µεταξύ των διαφορετικών λαών και εθνοτήτων στο ισπανικό κράτος», σηµειώνει ο ∆ηµήτρης Ραπίδης, ενώ αναφέρεται διεξοδικά στο πώς αντιµετωπίστηκαν και αντιµετωπίζονται Καταλανοί και Βάσκοι και οι οµάδες – σηµαίες των δύο περιοχών, η Μπαρτσελόνα και η Αθλέτικ Μπιλµπάο.
Στο κεφάλαιο για τη Γερµανία υπογραµµίζεται ότι ο Χίτλερ είχε ορίσει στο έργο του Mein Kampf (Ο Αγών µου), που εκδόθηκε το 1924, «τον αθλητισµό ως κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής του Τρίτου Ράιχ και ως απαραίτητη προϋπόθεση της σωµατικής και πνευµατικής υγείας των πολιτών της εκκολαπτόµενης εκεχειρίας του».
Στο ίδιο κεφάλαιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει πώς αξιοποίησε ο Χίτλερ την πρόσκληση της βρετανικής οµοσπονδίας ποδοσφαίρου για φιλικό αγώνα στα πρώτα χρόνια του ναζιστικού καθεστώτος, αλλά και η ιστορία της FC Start στην Ουκρανία που νίκησε δύο φορές την οµάδα της γερµανικής µονάδας του πυροβολικού, τη Flakelf, παρά τις απειλές των ναζί.
Το κεφάλαιο για την Αργεντινή εµπεριέχει πολλά άγνωστα στοιχεία, ενώ συµπεριλαµβάνει υποκεφάλαιο για το Μουντιάλ του ’78 ή των συνταγµαταρχών, όπως το χαρακτηρίζει το βιβλίο.
Συγκινητική είναι η αναφορά στις Las Madres de Plaza de Mayo, τις µανάδες των εξαφανισµένων από το καθεστώς. Ο ∆ηµήτρης Ραπίδης θυµίζει: «Λίγο πριν από το εναρκτήριο παιχνίδι της διοργάνωσης, στους δρόµους του Μπουένος Άιρες βγήκαν φοιτητές, καθηγητές, ακτιβιστές και πολιτικοί που µέχρι τότε τηρούσαν σιγή ιχθύος. Στάθηκαν στο πλευρό συγγενών των εξαφανισµένων, των Desparecidos…».
Στο κεφάλαιο για τη Βραζιλία µεγάλο ενδιαφέρον έχει η ανάλυση του συγγραφέα για το πώς το καθεστώς του Βάργκας επιχείρησε να αξιοποιήσει το «futebol».
Στη συνέχεια ο ∆ηµήτρης Ραπίδης θυµίζει τα καλύτερα παραδείγµατα από τη δράση Βραζιλιάνων ποδοσφαιριστών ενάντια στη Χούντα.
«Σόκρατες, Βλαντίµιρ και Κασαγκράντε, οι τρεις ‘σωµατοφύλακες’ της Κορίνθιανς στήριξαν το απεργιακό κύµα του 1979 που ξεκίνησε στο εργοστάσιο της Saab», τονίζει ο συγγραφέας και αναφέρεται στη Democracia Corinthiana που «έφερε επανάσταση στα αποδυτήρια των παικτών, επεκτάθηκε στις κερκίδες, µίλησε κόντρα στη βαρβαρότητα του καθεστώτος και υποστήριξε ένα ποδόσφαιρο όπου οι παίκτες έχουν δικαιώµατα και λόγο στα πράγµατα, στην ποδοσφαιρική και πολιτική και πραγµατικότητα, δεν είναι βουβά πιόνια κανενός συστήµατος».
Στο κεφάλαιο για την Πορτογαλία ο ∆ηµήτρης Ραπίδης επισηµαίνει: «Ο Σαλαζάρ ‘ξεζούµισε’ τις αποικίες προς όφελος της µητρόπολης ακολουθώντας την ιδεολογία της φυλετικής ανωτερότητας των λευκών Ευρωπαίων», ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στην αξιοποίηση των επιτυχιών της Μπενφίκα και στην ενσωµάτωση παικτών από τις αποικίες στην Εθνική Πορτογαλίας, όπως ο περίφηµος Εουσέµπιο.
Σε αυτό το κεφάλαιο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στον τελικό Κυπέλλου του 1969 ανάµεσα στην Ακαντέµικα Κοΐµπρα και την Μπενφίκα που κατέληξε να γίνει µια αντιδικτατορική διαδήλωση από τους οπαδούς και των δύο οµάδων πριν από την Επανάσταση των Γαρυφάλλων.
Στο κεφάλαιο για την Κίνα, ο ∆ηµήτρης Ραπίδης εξετάζει πώς κατέρρευσε το «κινεζικό ποδοσφαιρικό όνειρο», µε τις µεγάλες επενδύσεις που ακολούθησαν τη διοργάνωση των Ολυµπιακών Αγώνων του 2008, και την αλλαγή στρατηγικής µετά από αυτή την αποτυχία.
«Η κυβέρνηση στο Πεκίνο έκανε στροφή 180 µοιρών, σταµάτησε να πιέζει τους Κινέζους επιχειρηµατίες να επιστρέψουν στο εθνικό ποδόσφαιρο και έστρεψε τον κρατικό µηχανισµό προς τα έξω, εκτός Κίνας…», ιδιαίτερα µε τη διείσδυση στην Αφρική.
Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου παρουσιάζεται το sportwashing από τα καθεστώτα του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας.
Ιδιαίτερη αναφορά υπάρχει στο πρόσφατο «µατωµένο» Μουντιάλ του 2022 που φιλοξενήθηκε στα καταριανά γήπεδα και ήταν η πρώτη φορά που το Παγκόσµιο Κύπελλο διεξαγόταν σε µια χώρα της Μέσης Ανατολής, ενώ εξετάζεται και το δόγµα του Μοχάµεντ Μπιν Σαλµάν, το «Όραµα 2030», για τη Σαουδική Αραβία µε στόχο τη δηµιουργία µιας οικονοµίας που δεν θα εξαρτάται πλέον µόνο από το πετρέλαιο, βάζοντας στο επίκεντρο το ποδόσφαιρο και ευρύτερα τον αθλητισµό.
Ένα ερώτηµα που προκύπτει όταν διαβάζει κανείς το βιβλίο είναι γιατί δεν υπάρχει ξεχωριστό κεφάλαιο για την Ελλάδα.
Ο ίδιος ο συγγραφέας σηµειώνει στο επίµετρο του βιβλίου: «Η απάντηση είναι ότι δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες. Και το πιστεύω τουλάχιστον στην παρούσα χρονική συγκυρία. Ο παραγοντισµός και τα φαινόµενα χουλιγκανισµού θέτουν εµπόδια στην ερευνητική δηµοσιογραφία και στους µελετητές της πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας του ποδοσφαίρου στη χώρα µας».
Πάντως, στο ίδιο τµήµα του βιβλίου, ο ∆ηµήτρης Ραπίδης τονίζει ότι: «Υπάρχει πλήθος ντοκουµέντων που µπορούν να αξιοποιηθούν, να ερευνηθούν περαιτέρω, να αποτελέσουν τη ‘µαγιά’ µιας σειράς πονηµάτων µε επίκεντρο τις πολιτικές, και κοινωνικές διαστάσεις του ελληνικού ποδοσφαίρου από τον προηγούµενο αιώνα µέχρι τις µέρες µας: τα µικρασιάτικα προσφυγικά ρεύµατα, η κατάσταση στον Μεσοπόλεµο και κατά την περίοδο Μεταξά, οι συνθήκες κατά τη γερµανική και την ιταλική κατοχή, η επταετία της χούντας και φυσικά η µεταπολιτευτική περίοδος, η σύνδεση επιχειρηµατικών και πολιτικών συµφερόντων, τα σκάνδαλα που ταλαιπώρησαν το ποδόσφαιρο, αστικοί µύθοι, φαινόµενα βίας, δολοφονίες οπαδών και άµεση εµπλοκή των ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών αρχών στην ελληνική διαιτησία».
Έτσι, κάνει... πάσα είτε στον εαυτό του, είτε σε άλλους ερευνητές να ασχοληθούν µε το φαινόµενο του sportwashing στην Ελλάδα, κάτι που είναι προφανές ότι αξίζει ως προσπάθεια.
