“Αντίφαση”, “Άρνηση”, “Άρνηση της άρνησης”. “Ελεύθεροι και δούλοι, πάλη των τάξεων, επανάσταση”.
Ο Σωτήρης Κοντογιάννης γράφει για το πέρασμα από τον Διαφωτισμό στον Ιστορικό Υλισμό και τη σημασία του σήμερα.
Έχουν περάσει σχεδόν διακόσια χρόνια από το θάνατο του Γκέοργκ Φρίντριχ Χέγκελ, του «πατέρα» της διαλεκτικής, αλλά οι φιλόσοφοι συνεχίζουν ακόμα και τώρα να διαφωνούν για το τι ακριβώς έλεγε και ήθελε να πει. Και αυτό δεν είναι παράξενο: ο Χέγκελ είναι εξαιρετικά δυσνόητος. “Αυτή είναι η ζωή που υπομένει τον θάνατο και συντηρείται μέσα σε αυτόν. Κερδίζει την αλήθεια της μόνο όταν, σε πλήρη διαμελισμό, βρει τον εαυτό της» γράφει, για παράδειγμα, στην εισαγωγή της Φαινομενολογίας του Πνεύματος. «Η συνείδηση ανακαλύπτει ότι είναι άμεσα και δεν είναι μια άλλη συνείδηση, και ακόμα ότι αυτή η άλλη είναι για τον εαυτό της μόνο όταν αυτοακυρώνεται ως υπάρχουσα για τον εαυτό της», γράφει στο ίδιο, λίγο παρακάτω.
Ο Σόπενχαουερ ένα σύγχρονός του Γερμανός φιλόσοφος, έλεγε ότι το μόνο που κάνει ο Χέγκελ είναι να παραθέτει «εξωφρενικές λέξεις», τη μια πίσω από την άλλη με μοναδικό στόχο να εντυπωσιάσει το ακροατήριο του. «Τέτοιες ασυναρτησίες» έλεγε «μπορούσε να ακούσει κανείς μέχρι τώρα μόνο στο φρενοκομείο». Η φιλοσοφία του ήταν, σύμφωνα με τον Σόπενχαουερ, ένα «διαχρονικό μνημείο της γερμανικής ηλιθιότητας».
Ο Χέγκελ, όμως, δεν ήταν δυσνόητος επειδή δεν ήξερε τι έλεγε. Ήταν (και είναι) δυσνόητος κυρίως επειδή ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε τον κόσμο ήταν ριζικά διαφορετικός από τον τρόπο που τον έβλεπαν οι φιλόσοφοι μέχρι τότε. Και τον έβλεπε με τόσο διαφορετικό τρόπο γιατί η ίδια η εποχή του ήταν πολύ διαφορετική από οτιδήποτε είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα μέχρι τότε.
Ο Διαφωτισμός, η Γαλλική Επανάσταση και ο Χέγκελ
Ο Χέγκελ γεννήθηκε το 1770. Το 1789 ήταν δεκαεννιά ετών όταν ο εξεγερμένος Όχλος του Παρισιού κατέλαβε το φρούριο της Βαστίλης, έστειλε τους Βασιλιάδες, τους Βαρόνους και τους Επισκόπους μαζί με τις συζύγους τους και τις κυρίες επί των τιμών στη λαιμητόμο και κατέλυσε την γαλλική απολυταρχία -ένα αιωνόβιο καθεστώς που είχε τις ρίζες του στο Φραγκικό Βασίλειο του Καρλομάγνου του 8ου αιώνα.
Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν η πρώτη αστική επανάσταση στην ιστορία. Είχε προηγηθεί ο Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος, η εξέγερση ενάντια στην απολυταρχία στις Κάτω Χώρες και η Αμερικανική Επανάσταση. Αλλά καμιά από αυτές τις επαναστάσεις δεν είχε φέρει τις δραματικές αλλαγές που έφερε το 1789 στη Γαλλία.
Η Γαλλική Επανάσταση αντικατέστησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο με ένα καινούργιο με εβδομάδες δέκα ημερών, μήνες τριάντα ημερών και ονόματα που παρέπεμπαν στην εποχή, πχ Θερμιδώρ για τον πιο θερμό μήνα του καλοκαιριού, και όχι ονόματα Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Το 1792 μ.Χ. μετονομάστηκε σε έτος ένα. Και η Χριστιανική Θρησκεία αντικαταστάθηκε από τη «Λατρεία του Ορθού Λόγου»
Οι σαρωτικές αυτές αλλαγές συγκλόνισαν συθέμελα τη διανόηση της εποχής. Μέχρι τότε ο κύριος αντίπαλος του Παλαιού Καθεστώτος έμοιαζε να είναι ο Διαφωτισμός, ένα φιλοσοφικό και ιδεολογικό ρεύμα που αντιπαράθετε στο σκοταδισμό της εκκλησίας την επιστήμη και στον αυταρχισμό των ευγενών μια κοινωνία που θα ταίριαζε στην ανθρώπινη φύση. «Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος μα είναι παντού αλυσοδεμένος» έγραφε Ζαν Ζακ Ρουσσώ, ο πιο διάσημος ίσως από τους Διαφωτιστές. Αυτό που χρειαζόταν, έλεγε, ήταν ένα «Κοινωνικό Συμβόλαιο» ανάμεσα στις τάξεις που θα επέτρεπε σε όλους τους ανθρώπους να ζούνε μεταξύ τους αρμονικά και ελεύθερα.
Οι Διαφωτιστές πίστευαν ότι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας ήταν οι ιδέες. Οι άνθρωποι θα έπαυαν να είναι αλυσοδεμένοι, με άλλα λόγια, όταν ο κόσμος θα απελευθερωνόταν από τις παλιές του δεισιδαιμονίες και θα υιοθετούσε τον ορθολογισμό της επιστήμης. «Μόλις ο άνθρωπος τολμήσει να σκεφθεί, η κυριαρχία του ιερέα καταστρέφεται» έλεγε ο Χόλμπαχ, ένας Γαλλογερμανός φιλόσοφος που πέθανε λίγους μόνο μήνες πριν την πτώση της Βαστίλης.
Ο Χέγκελ ήταν κομμάτι της διανόησης του Διαφωτισμού. Στα νιάτα του, το πρότυπό του ήταν η Αρχαία Αθήνα –μια εξιδανικευμένη Αρχαία Αθήνα με αέναες φιλοσοφικές συζητήσεις στη σκιά της Ακρόπολης, χωρίς δούλους φυσικά, την ύπαρξη των οποίων φρόντιζε, όπως και οι περισσότεροι λάτρεις της αρχαιότητας, να αγνοεί.
Η αλλαγή, όμως, στη Γαλλία δεν είχε έρθει από τις ιδέες, από τον Ορθό Λόγο. Είχε έρθει από τη δράση του Όχλου του Παρισιού, από ένα «αντίπαλο δέος» που είχε ξεπηδήσει στο εσωτερικό της κοινωνίας, από ένα «προϊόν» της ίδιας της απολυταρχίας.
Ο Χέγκελ μετέτρεψε αυτή την εικόνα της επαναστατικής μεταμόρφωσης της γαλλικής κοινωνίας «από τα μέσα» σε ένα από τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά συστήματα όλων των εποχών. Ο πυρήνας αυτού του συστήματος ήταν η διαλεκτική. Ο ίδιος ο Χέγκελ θεωρούσε τη διαλεκτική μια νέα λογική –ένα σύνολο από θεμελιακές αρχές που διαπερνούν ολόκληρη τη σκέψη μας και που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τις αρχές της τυπικής λογικής, που μας έχει κληροδοτήσει ο Αριστοτέλης.
Η αντίφαση ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας
Η διαλεκτική του Χέγκελ διαπνέεται από δυο βασικές αρχές. Η πρώτη: τα πάντα είναι από την ίδια τους τη φύση αντιφατικά, περιέχουν δυνάμεις που τα αμφισβητούν και τα αντιμάχονται, γεννάνε αναπόφευκτα τον «Όχλο» τους. Η δεύτερη: αυτή η αντιφατικότητα είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας –αυτό που ωθεί την ιστορία μπροστά είναι οι Βαστίλες, τα αποτελέσματα της σύγκρουσης ανάμεσα σε αυτές τις αντιμαχόμενες δυνάμεις.
Από την σκοπιά της τυπικής, Αριστοτέλειας λογικής ο Σοπενχάουερ είχε κάθε δίκιο να θεωρεί τον Χέγκελ παράφρονα. Πάρτε για παράδειγμα την πρώτη αρχή: η τυπική λογική θεωρεί ότι μια πρόταση μπορεί να είναι είτε αληθής είτε ψευδής -και δεν μπορεί να είναι ούτε αληθής και ψευδής ταυτόχρονα ούτε φυσικά και κάτι τρίτο πέρα από ψευδής ή αληθής. Ένα φρούτο μπορεί «να είναι μήλο» ή «να μην είναι μήλο» και δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα μήλο και να μην είναι μήλο.
Από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη η φιλοσοφία θεωρούσε ότι αν ο συλλογισμός μας φτάσει σε κάποια αντίφαση τότε θα πρέπει να τον εγκαταλείψουμε ολοκληρωτικά ως θεμελιακά λανθασμένο. Και στα μαθηματικά η «εις άτοπον απαγωγή»1 που στηρίζεται σε αυτή την λογική αρχή, είναι μέχρι σήμερα μια από τις βασικές αποδεικτικές μεθόδους. Και τώρα ερχόταν ξαφνικά ο Χέγκελ για να πει ότι όχι μόνο ότι πρέπει να συμβιβαστούμε με τις αντιφάσεις, αλλά να αναγνωρίσουμε κιόλας ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι αντιφατικό.2
Για να κατανοήσουμε τι ακριβώς εννοούσε πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πρώτα ένα βασικό στοιχείο: ο Χέγκελ δεν μιλούσε για τα ίδια τα αντικείμενα αλλά για τις γενικές έννοιες, αυτό που η φιλοσοφία ονομάζει «κατηγορίες». Δεν μιλούσε για τον ίδιο τον κόσμο αλλά για τον τρόπο με τον οποίο η ανθρωπότητα κατανοεί τον κόσμο. Ή για να είμαστε ακόμα πιο ακριβείς, μιλούσε για την πορεία του Απόλυτου Πνεύματος προς την αυτοσυνείδηση: την ανάπτυξη του πνεύματος, του ίδιου του Θεού δηλαδή, του οποίου ο πραγματικός κόσμος δεν ήταν, σύμφωνα με τον Χέγκελ, παρά η αντανάκλαση.
Ο Χέγκελ έλεγε ότι η διαμόρφωση των εννοιών περνάει από τρία στάδια: την «αφαίρεση», την «άρνηση» και την «άρνηση της άρνησης». Και με βάση αυτό το σχήμα προσπάθησε να δημιουργήσει ένα θεωρητικό σύστημα που, ξεκινώντας από τις πιο απλές «κατηγορίες» θα έφτανε τελικά στις πιο σύνθετες και πολύπλοκές – μέχρι το ίδιο το Απόλυτο Πνεύμα.
Η «αφαίρεση» είναι το στάδιο όπου ορίζουμε τις έννοιες μας με ένα γενικό τρόπο, απομονωμένες από το περιβάλλον τους και τις ξένες επιδράσεις. Πάρτε για παράδειγμα την έννοια της τρύπας. Μια τρύπα είναι ένα τίποτα. Θα μπορούσαμε πχ να μετρήσουμε την πυκνότητα, τη χημική σύνθεση ή τη θερμοκρασία του αερίου στην τρύπα του όζοντος -και να φτιάξουμε λίστες με τις ιδιότητες αυτές στη διάρκεια του χρόνου και τα σχετικά διαγράμματα. Αλλά όλα αυτά θα ήταν τελείως άχρηστα αν ξαφνικά στρέφαμε τα μάτια μας στην τρύπα ενός ρούχου, μια τρύπα σε έναν τοίχο ή μια τρύπα στο νερό. Τίποτα από όλες αυτές τις μετρήσεις και τα διαγράμματα δεν θα έχει φωτίσει ούτε κατά ένα χιλιοστό τον ορισμό της έννοιας της τρύπας –μάλλον θα την έχουν μπερδέψει όλα αυτά τα νούμερα αντί να την ξεκαθαρίσουν.
Αυτό που καθορίζει τι είναι πραγματικά μια τρύπα είναι η «άρνησή» της –το αντίθετό της, αυτό το οποίο την περιβάλλει, το όζον, το ύφασμα, ο τοίχος, το νερό. Μόνο μέσα από την άρνηση, από το τι δεν είναι, από την αντίφαση, μπορούμε να κατανοήσουμε, να ορίσουμε πραγματικά, την έννοια της τρύπας.
Το τρίτο στάδιο είναι η «άρνηση της άρνησης». Ο Χέγκελ το ονόμαζε και το στάδιο της «θετικής εικασίας». Είναι το σημείο όπου ψάχνουμε να βρούμε μια έννοια που να γεφυρώνει τις δυο αντιφατικές όψεις.
Η κλασσική λογική θα απέρριπτε, όπως προαναφέρθηκε, ως «άτοπη εξ’ ορισμού» οποιαδήποτε προσπάθεια να συνδυάσουμε δυο αντιφατικές όψεις σε μία. Ο Καρλ Πόπερ, ο πατέρας της επιστημολογίας (και ορκισμένος εχθρός της διαλεκτικής), έλεγε ότι όταν μια θεωρία καταλήξει σε αντίφαση πρέπει απλά να την πετάξουμε στο καλάθι των αχρήστων και να ξαναρχίσουμε από το μηδέν. Πως; Μα με την φαντασίας μας, με μια νέα θεωρία που θα έχουμε φτιάξει με τη μέθοδο της ενόρασης και την οποία θα βάλουμε ξανά κάτω από το μικροσκόπιο της λογικής. Στα τυφλά δηλαδή.
Αυτό που λέει ο Χέγκελ, είναι ότι δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Χρειαζόμαστε μια νέα «εικασία» αλλά αυτή στηρίζεται στη γνώση που έχουμε ήδη. Για αυτό είναι η εικασία μας «θετική». Και αυτό που μπορεί να δείξει με έναν παραστατικό τρόπο το τι εννοούσε ο Χέγκελ με την «άρνηση της άρνησης» είναι η εξέλιξη των επιστημονικών θεωριών.
Ο πρώτος που είχε προσπαθήσει να μελετήσει την πτώση των σωμάτων ήταν ο Αριστοτέλης. Από τις παρατηρήσεις του είχε καταλήξει σε δυο νόμους: πρώτον ότι τα αντικείμενα έλκονται προς το κέντρο της γης3 (που την θεωρούσε σφαίρα). Και δεύτερον, ότι η ταχύτητα με την οποία πέφτουν είναι ανάλογη του βάρους τους.
Οι νόμοι του ανταποκρίνονταν επιφανειακά στην εμπειρία των ανθρώπων: ένα φτερό πέφτει πολύ πιο αργά από μια βαριά πέτρα. Αλλά κατέληγε και σε φανερά λάθη: ένα τσαλακωμένο χαρτί πέφτει πιο γρήγορα από ένα ατσαλάκωτο –παρόλο που έχουν ακριβώς το ίδιο βάρος. Και αυτή η αντίφαση «ταλαιπωρούσε» τους επιστήμονες για πολλούς αιώνες.
Αν ακολουθούσαμε τον Πόπερ αυτή η αντίφαση θα μας υποχρέωνε να πετάξουμε ολόκληρη τη θεωρία του Αριστοτέλη στα σκουπίδια και να ξαναρχίσουμε από το μηδέν. Μήπως δεν οδεύουν τα αντικείμενα προς το κέντρο της γης; Μήπως το βάρος τους είναι κάποια εξωτερική ιδιότητα άσχετη με την πτώση; Μήπως η γη δεν είναι σφαίρα; Και πάει λέγοντας. Αλλά δεν προχώρησε έτσι η Φυσική. Η «αντίφαση» λύθηκε από τον Τοριτσέλι4 ο οποίος, αφού διαπίστωσε πειραματικά ότι η ταχύτητα πτώσης των σωμάτων στο κενό είναι ίδια, ανεξάρτητα από το βάρος τους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό που επιβραδύνει το πούπουλο είναι η αντίσταση του αέρα.
Ο νόμος του Αριστοτέλη δεν ήταν λάθος –ήταν μερικός. Η γνώση μας έγινε πλουσιότερη όχι με την απόρριψη αλλά με τη «θετική εικασία» ότι υπάρχει και κάποια άλλη δύναμη, πέρα από τη βαρύτητα, που φρενάρει την πτώση. Η «άρνηση της άρνησης» οδήγησε στην ανακάλυψη της αντίστασης του αέρα.
Η διαλεκτική του Μαρξ
Ο Μαρξ «δανείστηκε» τη διαλεκτική από τον Χέγκελ, αλλά μόνο αφού την γύρισε, όπως έλεγε ο ίδιος, ανάποδα. Γιατί, με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ η διαλεκτική του Χέγκελ έστεκε με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω. «Η διαλεκτική μου μέθοδος», γράφει στην εισαγωγή του Κεφάλαιου, «δεν είναι απλώς διαφορετική από Χεγκελιανή, αλλά είναι το ακριβώς αντίθετό της.
Για τον Χέγκελ, η διαδικασία της σκέψης – που αποκαλώντας την «Ιδέα» την μεταμορφώνει σε ένα ανεξάρτητο υποκείμενο- είναι ο δημιουργός του πραγματικού κόσμου και ο πραγματικός κόσμος είναι μόνο η εξωτερική εμφάνιση της «ιδέας». Για μένα, αντίστροφα, το ιδεατό δεν είναι τίποτα παρά ο υλικός κόσμος καθρεφτισμένος στο μυαλό του ανθρώπου και μεταφρασμένος σε μορφές σκέψης».5
Ο Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής. Πίστευε, όπως και οι Διαφωτιστές, ότι ο κόσμος θα αλλάξει μέσα από τη δύναμη των ιδεών. Η απελευθέρωση της ανθρωπότητας θα ερχόταν μέσα από την αυτοσυνείδηση, δηλαδή την υιοθέτηση, σε τελευταία ανάλυση, του φιλοσοφικού του συστήματος. Στα γεράματά του, όταν είχε γίνει πλέον ένας σεβάσμιος καθηγητής στο Βερολίνο, συμβιβάστηκε ακόμα και με την ίδια την Πρωσική Απολυταρχία.
Ο Μαρξ, σε αντίθεση με τον Χέγκελ, ήταν υλιστής. Την ιστορία, έλεγε, δεν την κάνουν ούτε οι μεγάλοι άνδρες, ούτε οι μεγάλες ιδέες. Την κάνουν οι απλοί άνθρωποι – μέσα σε συνθήκες όμως που οι ίδιοι δεν ελέγχουν. Ο Μαρξ ήθελε να γράψει, όπως έλεγε ο ίδιος, δυο-τρεις σελίδες για την διαλεκτική του μέθοδο. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Αλλά η διαλεκτική είναι «πανταχού παρούσα» στο έργο του.
Το πρώτο πράγμα που λέει η διαλεκτική του Μαρξ είναι ότι τα πάντα έχουν ιστορία. Ο κόσμος δεν είναι στατικός, ακίνητος, μετασχηματίζεται, αλλάζει. Οι αλλαγές αυτές δεν αφορούν μόνο τον τρόπο που οι φιλόσοφοι κατανοούν την πραγματικότητα, αφορούν την ίδια την πραγματικότητα.
Η κινητήρια δύναμη της ιστορίας, αυτό που αναγκάζει την πραγματικότητα να αλλάζει δεν είναι κάποιες εξωτερικές δυνάμεις αλλά οι αντιφάσεις, οι ανταγωνιστικές δυνάμεις, που περικλείει αυτή η πραγματικότητα. Η Γαλλική Επανάσταση ήταν στην ουσία αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην Αριστοκρατία και την ανερχόμενη αστική τάξη. Και όχι μόνο η Γαλλική Επανάσταση: «Μέχρι τώρα η ιστορία όλης της κοινωνίας είναι ιστορία ταξικών αγώνων», γράφει στην πρώτη, πρώτη φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. «Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, μάστορας και κάλφας, με δυο λόγια καταπιεστής και καταπιεζόμενος βρίσκονταν σε συνεχή αντίθεση μεταξύ τους, σε έναν αδιάκοπο πόλεμο, άλλοτε κρυφό, άλλοτε φανερό που τέλειωνε είτε με τον επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την κοινή καταστροφή των αντιμαχόμενων τάξεων».6
Το παράδειγμα του επαναστατικού μετασχηματισμού ήταν η Γαλλία του 1789. Το παράδειγμα της «κοινής καταστροφής» η διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που βύθισε την Ευρώπη σε αυτό που οι ιστορικοί παλαιότερα, τουλάχιστον, ονόμαζαν οι «Σκοτεινοί Χρόνοι»,7 μια περίοδο κατάρρευσης του πολιτισμού που κράτησε σχεδόν πέντε αιώνες. Ο Μαρξ συνδέει αυτή την κατάρρευση με την αποτυχία του Σπάρτακου,8 της εξέγερσης των σκλάβων, «της άρνησης της δουλοκτητικής ελίτ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» δηλαδή, να την ανατρέψουν.
Στην ιδεαλιστική διαλεκτική του Χέγκελ η «άρνηση της άρνησης» ήταν αναπόφευκτη. Στην υλιστική διαλεκτική του Μαρξ το αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Εξαρτάται από την έκβαση του αγώνα ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις. Το υποκείμενο της ιστορίας, με άλλα λόγια, δεν είναι κάποια Θεία νομοτέλεια. Αν ήταν, τότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να παλεύουμε για τον σοσιαλισμό – το μόνο που θα χρειαζόταν ήταν να παρακολουθούμε με το μικροσκόπιο της φιλοσοφίας την εξέλιξη της κοινωνίας, καθώς αυτή θα ακολουθούσε ήρεμα και αποφασιστικά τις σιδερένιες ράγες της ιστορίας προς τα μπρος.
Ούτε η ίδια «άρνηση» είναι αποτέλεσμα της νομοτελειακής λειτουργίας κάποιας Θεϊκής διαλεκτικής. Δεν είναι κάθε τι το αντιφατικό «άρνηση». Ο Μαρξ εξηγεί διεξοδικά πως η ανερχόμενη αστική τάξη της Αγγλίας δημιούργησε η ίδια το αντίπαλό της δέος, την εργατική τάξη, μέσα από την διαβόητη «περίφραξη των κοινοτικών γαιών» και την προσπάθειά της να αναγκάσει τους αγρότες –που ζούσαν μέχρι τότε από την καλλιέργεια των κοινοτικών γαιών– με την πείνα να πάνε να δουλέψουν στα εργοστάσιά τους.9 Το αντίπαλο δέος του καπιταλισμού είναι η εργατική τάξη –ούτε η πεφωτισμένη διανόηση, ούτε ο «λαός», ούτε το «πρεκαριάτο». Και ο λόγος είναι απλός:
Η αστική τάξη είναι άμεσα δεμένη με την εργατική τάξη. Είναι δυο πόλοι μιας αντίφασης που δεν μπορούν να υπάρχουν ο ένας ανεξάρτητα από τον άλλο. Αν καταστρέψει η αστική τάξη τους εργάτες καταστρέφει και τον εαυτό της. Και το ίδιο ισχύει και αντίστροφα –καταστρέφοντας την αστική τάξη η εργατική τάξη «καταστρέφει» και αυτή τον εαυτό της, παύει δηλαδή να είναι πλέον μια εκμεταλλευόμενη και καταπιεζόμενη τάξη, απελευθερώνεται.
Οι αλλαγές, όμως, δεν είναι γραμμικές, σταδιακές. Η ιστορία μπορεί για δεκαετίες ή και αιώνες να κυλάει αργά, αργά, να μοιάζει ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, ο αδιάκοπος πόλεμος ανάμεσα στους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους να είναι εντελώς κρυφός. Και ύστερα, σε μια στιγμή, όλα να αρχίσουν να στροβιλίζονται με ξέφρενους ρυθμούς, να αποκεφαλίζονται οι ισχυροί και να αλλάζουν ακόμα και τα ημερολόγια.
Η επανάσταση, έλεγε ο Μαρξ, δεν είναι πάντα στην ημερήσια διάταξη:
«Σε ένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις ή για να χρησιμοποιήσουμε μια νομική έκφραση, με τις σχέσεις ιδιοκτησίας μέσα στις οποίες κινούνταν ως τότε. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αυτές οι σχέσεις μεταμορφώνονται σε φραγμούς τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης».
Ο Φρίντριχ Έγκελς, ο σύντροφος και συνεργάτης του Μαρξ, έφερνε το παράδειγμα του νερού που βράζει για να εξηγήσει αυτό το φαινόμενο της «μη γραμμικότητας». Το νερό ζεσταίνεται σιγά-σιγά χωρίς να αλλάζει αρχικά κάτι ριζικά στην μορφή του. Και ξαφνικά αρχίζει να βράζει, να μετατρέπεται με ένα απειροελάχιστο ακόμα ζέσταμα, απότομα από υγρό σε αέριο.
Ο Έγκελς προσπάθησε να δείξει πως οι νόμοι της διαλεκτικής δεν υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας αλλά και στην ίδια την φύση. Ξεκίνησε να γράφει ένα βιβλίο, την Διαλεκτική της Φύσης, που όμως δεν το τέλειωσε ποτέ. Αλλά οι μισοτελειωμένες του σελίδες είναι ένα μνημειώδες έργο. Ο Ένγκελς χρησιμοποιεί τα παραδείγματα από τις τελευταίες επιστημονικές ανακαλύψεις της εποχής του -τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου, τη γεωλογία του Λάιελ, το περιοδικό σύστημα των στοιχείων του Μεντελέγιεφ- για να δείξει ότι η ακόμα και η φύση «έχει ιστορία».
Η επίθεση στην διαλεκτική
Στα χρόνια που ακολούθησαν τον Μαρξ και τον Ένγκελς η διαλεκτική δέχτηκε δυο μεγάλες επιθέσεις. Μια «φιλική» και μια «εχθρική», θα μπορούσαμε να πούμε.
Η «φιλική» επίθεση ήταν από τον Σταλινισμό, που όπως ξέρουμε το μόνο που δεν ήθελε ήταν να επιτρέψει στην εργατική τάξη να αλλάξει τον κόσμο. Το 1938, την εποχή των διαβόητων Δικών της Μόσχας ο Στάλιν έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός» που έγινε το επίσημο φιλοσοφικό σύγγραμμα που διδασκόταν στα πανεπιστήμια. Στην πραγματικότητα αυτό που παρουσίαζε ήταν μια καρικατούρα της διαλεκτικής, ένα σύνολο από άκαμπτους κοσμολογικών διαστάσεων κανόνες που απλά δικαιολογούσαν τα εγκλήματά του. Τα πάντα είχαν μια «διαλεκτική» ερμηνεία –η εξόντωση στο απόσπασμα ολόκληρης της παλιάς Κεντρικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων, τα γκούλαγκ, το σύμφωνο Μολότοφ Ρίμπεντροφ, η Συμφωνία της Γιάλτας. Αυτά ούτε θα μπορούσαν να έχουν, ούτε είχαν καμιά σχέση με τον Μαρξ, την απελευθέρωση της εργατικής τάξης και τη διαλεκτική.
Η «εχθρική» επίθεση ήταν από το ρεύμα που ονομάστηκε «δυτικός, ακαδημαϊκός, μαρξισμός». Ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της επίθεσης είναι ο Λουί Αλτουσέρ, ένα Γάλλος μαρξιστής φιλόσοφος της γενιάς του 1968 που εξακολουθεί να έχει σημαντική επιρροή μέσα στην ριζοσπαστική αριστερά –ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα.
Ο Αλτουσέρ χώριζε το έργο του Μαρξ σε δυο περιόδους: τη νεανική των Χειρογράφων του 1844 και την ώριμη του Κεφάλαιου. Οι αναφορές στη διαλεκτική και την αλλοτρίωση, λέει ο Αλτουσέρ, υπάρχουν μόνο στα ανώριμα έργα του νεαρού Μαρξ. Ο ώριμος Μαρξ έχει αφήσει πίσω του αυτές τις τρέλες και έχει επιστρέψει στη μια και μοναδική ορθή λογική –τη λογική του Αριστοτέλη. Προφανώς υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα έργα που έγραψε ο Μαρξ από το 1844 ως τον θάνατό του το 1883, Υπάρχει εξέλιξη. Αλλά δεν υπάρχει «επιστημολογική τομή».
Στα Grundrisse, το προσχέδιο θα λέγαμε του Κεφάλαιου, ο Μαρξ επιτίθεται ρητά σε αυτούς που αντιμετωπίζουν τον Χέγκελ σαν «ψόφιο σκυλί». Και, κάνει μια μεγάλη αναφορά στη μέθοδό του, που την αποκαλεί «μέθοδο της ανύψωσης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο»10 –η οποία είναι στηριγμένη απόλυτα στη διαλεκτική.
Από πρώτη άποψη, λέει ο Μαρξ, φαίνεται σωστό να αρχίσει κανείς τη μελέτη του από το πραγματικό, το συγκεκριμένο. Αλλά αυτό είναι λάθος. Γιατί το συγκεκριμένο αποτελείται από ένα σύνολο από διαφορετικούς προσδιορισμούς, είναι η «ενότητα των διαφορετικών» - όπως λέει ο ίδιος.
Ο Μαρξ φέρνει το παράδειγμα του πληθυσμού. Αν ξεκινήσουμε να μελετάμε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό χωρίς να έχουμε μια θεωρία για το τι είναι δεν θα καταλήξουμε πουθενά. Το πολύ-πολύ να φτιάξουμε έναν χαοτικό πίνακα από πχ ηλικίες, εισοδήματα, ύψος, χρώμα μαλλιών και ποιος ξέρει τι άλλο. Θα είχαμε συλλέξει μια ολόκληρη σειρά από άχρηστες πληροφορίες, για να θυμίσουμε το παράδειγμα της «τρύπας".
Για να μελετήσουμε πραγματικά τον πληθυσμό πρέπει να ξεκινήσουμε αντίστροφα, από μια επιστημονική υπόθεση, μια αφαίρεση που λέει πχ «ένας πληθυσμός είναι ένα σύνολο από ανταγωνιστικές κοινωνικές τάξεις». Αυτή η υπόθεση θα μας οδηγούσε αυτόματα στην ανάγκη να δώσουμε και πάλι έναν ορισμό για την «κοινωνική τάξη». Και ούτω καθ’ εξής. Αυτοί οι ορισμοί είναι στην αρχή ελλιπείς, κενοί σκελετοί θα μπορούσε να πει κανείς.
«Έτσι αν άρχιζα από τον πληθυσμό αυτό θα με οδηγούσε αναλυτικά σε ολοένα και πιο απλές έννοιες… μέχρι να φτάσω στους απλούστερους προσδιορισμούς», γράφει ο Μαρξ. «Από εκεί θα έπρεπε να ξαναρχίσω το ταξίδι αντίστροφα, μέχρι να φτάσω ξανά στον πληθυσμό, αλλά αυτή τη φορά όχι σαν μια χαοτική παράσταση αλλά σαν μια πλούσια ολότητα πολλών προσδιορισμών και σχέσεων».
Πάλη για τον Σοσιαλισμό
Για τον Μαρξ η φιλοσοφία δεν ήταν αυτοσκοπός. «Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο», έγραφε. «Το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε». Αυτό το «σύνθημα» είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ. Και η διαλεκτική είναι ένα πολύτιμο όπλο στον αγώνα της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό –στον αγώνα για το πέρασμα «από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας».
Σημειώσεις
1. Reductio ad absurdum στα λατινικά
2. Ο Πλάτωνας πάντως στον Παρμενίδη δείχνει ότι ακόμα και άριστα εσωτερικά δομημένα συστήματα αδυνατούν να αποδείξουν κάθε τους αρχή και πέφτουν σε αντιφάσεις. Και ο Καντ είχε «ανακαλύψει» τέσσερις μεγάλες «αντινομίες» - προτάσεις που η λογική τους κατάληξη είναι πάντα το αντίθετό τους.
3. Ο σκοπός όλων των αντικειμένων, έλεγε ο Αριστοτέλης, είναι να φτάσουν στο κέντρο της γης.
4. Ευαντζελίστα Τοριτσέλι, 1608 – 1647.
5. Κεφάλαιο, Τόμος 1, σελ 25. Αναφέρεται στο Άλεξ Καλλίνικος, Οι επαναστατικές Ιδέες του Καρλ Μαρξ, σε 83.
6. Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Θεμέλιο, σελ 45-46.
7. Τυπικά από τον 5ο ως τον 10ο αιώνα μΧ. Οι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούν τον όρο αυτό και να αμφισβητούν το μέγεθος της κατάρρευσης του πολιτισμού.
8. Ο Σπάρτακος ήταν ο ηγέτης της μεγαλύτερης επανάστασης που ξέσπασε ποτέ στην ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ενάντια στο δουλοκτητικό σύστημα. Η επανάσταση ηττήθηκε τελικά, ύστερα από δυο χρόνια, το 71 πΧ. Η Αυτοκρατορία τιμώρησε τους εξεγερμένους δούλους με τρομαχτική αγριότητα – 6000 δούλοι σταυρώθηκαν παραδειγματικά κατά μήκος της Απίας Οδού.
9. Υπάρχει και μια τρίτη βασική διαφορά ανάμεσα στην διαλεκτική του Χέγκελ και τη διαλεκτική του Μαρξ. Ο Χέγκελ θεωρούσε ότι η φιλοσοφία δεν πρέπει να κάνει καμιά υπόθεση. Η μοναδική πηγή της γνώσης ήταν ο Ορθός Λόγος. Η «Λογική» του ξεκινάει από την «ύπαρξη», την πιο γενική ιδιότητα του κόσμου. Και από αυτήν χτίζει την «αντίθεσή» της, το «τίποτα», για να συνενώσει στη συνέχεια αυτά τα δυο, μέσω της «άρνησης της άρνησης» στο «γίγνεσθαι». Και αυτή η διαδικασία συνεχίζεται έως ότου φτάσουμε στο «Απόλυτο Πνεύμα», τον Θεό δηλαδή. Ο Μαρξ αντίθετα ξεκινάει από τον υπαρκτό κόσμο που μας περιβάλει, από την εμπειρία. Η επιστημονική επανάσταση, άλλωστε, ξεκίνησε όταν ο Γαλιλαίος γύρισε το τηλεσκόπιο προς τη Σελήνη – μια τέλεια, άσπιλη σφαίρα σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία και είδε κρατήρες, βουνά και χαράδρες.
10. Ο Χέγκελ χρησιμοποιεί την γερμανική λέξη aufheben για να περιγράψει τη διαδικασία της «άρνησης». Η λέξη αυτή έχει διπλή σημασία: σημαίνει ταυτόχρονα αναίρεση και ανύψωση. Η ελληνική λέξη «αναιρώ» παραπέμπει και αυτή στην ίδια διπλή σημασία: σημαίνει «ακυρώνω» αλλά και «ανυψώνω» (αίρω).
