Άρθρο
Oυγγαρία 1956 - Οι εργάτες ενάντια στον υπαρκτό κρατικό καπιταλισμό

Βουδαπέστη, Οκτώβρης 1956. Οι εξεγερμένοι εργάτες συγκρούονται με τα ρωσικά τανκς.

Η εξέγερση στην Ουγγαρία το 1956 έχει αφήσει μια επαναστατική κληρονομιά, όπως εξηγεί ο Δημήτρης Δασκαλάκης.

 

«Τα σώματα κείτονται παραταγμένα, με τα ρούχα τους ακόμη βαμμένα στο αίμα. (...) Κορίτσια που δεν πρέπει να ήταν πάνω από 16 ετών (...) Δίπλα τους, σ' ένα φέρετρο ελαφρώς σκεπασμένο, το σώμα ενός βρέφους μόλις 18 μηνών. Μετά από έντεκα χρόνια “λαϊκής δημοκρατίας”, να πού έχουμε φτάσει: η αστυνομία ασφαλείας, τόσο αποκομμένη από τον λαό, τόσο άγρια και βίαιη, έστρεψε τα όπλα της εναντίον ενός άοπλου πλήθους και σκότωσε αυτούς που υποτίθεται ότι ήταν κυρίαρχοι της χώρας».1

Έτσι περιγράφει στο βιβλίο του ο Πίτερ Φράιερ, ανταποκριτής στην επαναστατημένη Ουγγαρία του 1956 για την εφημερίδα του βρετανικού ΚΚ “The Daily Worker”, την εικόνα που αντίκρυσε στο νεκροτομείο του Μόσονμαγκιαρόβαρ, στα βόρεια της χώρας. Λίγες μέρες πριν, στις 23 Οκτώβρη, πενήντατέσσερεις άνθρωποι είχαν σφαγιαστεί εκεί από την πανίσχυρη ουγγρική μυστική πολιτική αστυνομία, την AVH, που είχε ιδρύσει το 1945 ο τότε υπουργός εσωτερικών Λάζλο Ράικ. Τραγική ειρωνεία καθώς η πρώτη σπίθα για την ουγγρική επανάσταση είχε μπει λίγες μέρες πριν, στην επίσημη κηδεία του Ράικ που έγινε εφτά χρόνια μετά την εκτέλεσή του στις δίκες του 1949.

Αποσταλινοποίηση

Μπροστά στον αναβρασμό που επικρατούσε μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953, η σοβιετική γραφειοκρατία προσπαθούσε να διατηρήσει την εξουσία της, αποκηρύσσοντας τον έως τότε αδιαμφισβήτητο ηγέτη. Με την απουσία του όμως οι εσωτερικές συγκρούσεις για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις εντείνονταν. Μέσα σ'αυτές τις ρωγμές μπόρεσε να εκφραστεί η δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης, των φοιτητών και των φτωχών αγροτών υποχρεώνοντάς τους γραφειοκράτες σε μια κάποια χαλάρωση της καταπίεσης και της καταστολής.

Η μυστική εισήγηση που παρουσίασε ο Νικίτα Χρουστσόφ στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ τον Φεβρουάριο του 1956 αποτέλεσε την κορύφωση αυτής της περιόδου. Αν και δεν αμφισβητούσε ουσιαστικά τις βασικές αρχές της σταλινικής πολιτικής, η βαθιά πολιτική κρίση που προκάλεσε οδήγησε μεταξύ άλλων στην εξέγερση των εργατών του Ανατολικού Βερολίνου και των κρατούμενων του στρατοπέδου καταναγκαστικής εργασίας της Βορκούτα στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1953 και στη συνέχεια στην εξέγερση των Πολωνών εργατών στο Πόζναν στις 28 Ιουνίου του 1956.

Στην Ουγγαρία, για να προλάβει την ένταση, ο Ένρο Γκέρο, ως νέος γενικός γραμματέας του Ουγγρικού Κόμματος των Εργατών (MDP), πήρε μια σειρά συμβολικών μέτρων. Μεταξύ αυτών ήταν και η επίσημη ταφή των “συντρόφων” που είχαν εκτελεστεί το 1949 ως προδότες με εντολή του Στάλιν. Ο Λάζλο Ράικ ήταν ένας από αυτούς και η κηδεία του στις 6 Οκτώβρη του '56 μετατράπηκε σε μια σιωπηρή αντικαθεστωτική διαδήλωση 200.000 ανθρώπων.

Η επανάσταση αρχίζει

«Η κηδεία του Ράικ αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για την ηγεσία του Κόμματος, της οποίας το κύρος είχε ήδη κλονιστεί», θα δηλώνε αργότερα ο Γκέρο.2 Λίγες μέρες μετά την κηδεία, στις 23 Οκτώβρη, η διαδήλωση συμπαράστασης προς τους εξεγερμένους εργάτες της Πολωνίας και τη μεταρρυθμιστική κυβέρνησή του Γκομούλκα ξεπέρασε τις ανησυχίες του. Παρότι αρχικά είχε καλεστεί μόνο από τους διανοούμενους του Κύκλου Πετόφι, που προερχόταν από τη νεολαία του MDP και από τους φοιτητές, η ανταπόκριση υπήρξε μαζική. Περίπου 200.000 άνθρωποι κατέβηκαν και πάλι στους δρόμους της Βουδαπέστης.

Το ίδιο απόγευμα επιστρέφοντας από τη Γιουγκοσλαβία, ο Γκέρο με μια προκλητική ομιλία στο Ράδιο Βουδαπέστη, έριξε λάδι στη φωτιά αποκαλώντας τους διαδηλωτές “φασίστες”. Παρόλαυτα οι διαδηλώσεις παρέμειναν ειρηνικές μέχρι τη στιγμή που οι δυνάμεις της ΑVH που φρουρούσαν το κτίριο του ραδιοφώνου, άνοιξαν πυρ εναντίον τους. Πώς όμως είχαν δημιουργηθεί οι συνθήκες για την επανάσταση που θα ακολουθούσε; Γιατί υπήρχε τόσο βαθιά δυσαρέσκεια στην Ουγγαρία;

Σίδερο και ατσάλι

Η δικτατορία που είχε επιβληθεί στην Ουγγαρία μετά την συντριβή της επανάστασης του 1919, είχε συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό της ναζιστικής Γερμανίας. Έτσι, το 1945, μετά την ήττα των Ναζί και την αποχώρησή τους, η Ουγγαρία υποχρεώθηκε να καταβάλει μέσα σε έξι χρόνια πολεμικές αποζημιώσεις 300εκ. δολαρίων, εκ των οποίων τα 200 κατευθύνθηκαν προς τη Σοβιετική Ένωση. Το ουγγρικό κράτος δεν διέθετε επαρκή χρηματικά διαθέσιμα οπότε οι αποζημιώσεις καταβάλλονταν κυρίως μέσω της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, καθώς και με την κατάσχεση ουγγρικών και γερμανικών εργοστασίων. Σαράντα τρία από αυτά κυριολεκτικά αποσυναρμολογήθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Ρωσία. 

Παράλληλα, η γραφειοκρατία που είχε αναπτυχθεί στην Ουγγαρία με την υποστήριξη του Στάλιν υπερασπιζόταν και αυτή τα δικά της ξεχωριστά συμφέροντα. Ο Μάτιας Ράκοσι, “ο καλύτερος Ούγγρος μαθητής του Στάλιν” που κυβέρνησε μεταξύ 1948-53 και 1955-56, δήλωνε χαρακτηριστικά πως «στόχος μας είναι να αυξήσουμε την παραγωγή σιδήρου και χάλυβα με ρυθμό που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της ουγγρικής βιομηχανίας». 

Αυτή η ανάγκη για μια ραγδαία ανάπτυξη της βιομηχανίας είχε ως υπόβαθρο τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Για να επιτευχθούν οι στόχοι του πρώτου Τριετούς Σχεδίου και του Πενταετούς στη συνέχεια, η γραφειοκρατία έπρεπε να αυξήσει την παραγωγικότητα, μειώνοντας ταυτόχρονα το βιοτικό επίπεδο και τους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων.

Μεταξύ 1949-53, ο αριθμός των βιομηχανικών εργατών αυξήθηκε κατά 50%. Περίπου 75.000 νέοι εργάτες εκπαιδεύτηκαν βιαστικά για να καλυφθούν οι ανάγκες. Χιλιάδες τεχνίτες εγκατέλειψαν τα μικρά εργαστήριά τους και στράφηκαν στη μεγάλη βιομηχανία. Παρ' όλα αυτά, οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν και τόσο οι εργάτες όσο και οι αγρότες υποτάχθηκαν στις ανάγκες συσσώρευσης της σοβιετικής οικονομίας. Σε συνέντευξη του μετά το 1956 ένας εργάτης συνόψισε την κατάσταση ως εξής: «Οι κομμουνιστές(...)μας υποσχέθηκαν τα πάντα. Ταυτόχρονα όμως μας καταπίεζαν και μας καταδίκαζαν σε μια αδιανόητη εξαθλίωση».3

Επανάσταση

Όταν λοιπόν στις 23 Οκτώβρη του 1956 μαθεύτηκε η επίθεση της AVH στους διαδηλωτές, η Βουδαπέστη ήταν έτοιμη να εξεγερθεί. Στην Πλατεία Ηρώων, ένα πλήθος εργατών ανέτρεψε το τεράστιο άγαλμα του Στάλιν. Το έριξαν, το έσυραν στους δρόμους και τελικά το τεμάχισαν μέσα σε πανηγυρικές ζητωκραυγές. Όπως θυμάται ένας αυτόπτης μάρτυρας: «Ο λαός, στο όνομα του οποίου είχε ανεγερθεί το άγαλμα, ήταν εκείνος που το ανέτρεψε. Όλοι αδελφοποιούνταν. Αφού ρίξαμε τον Ιωσήφ και πάνω στο βάθρο έμειναν μόνο οι μπότες του, κάποιοι που είχαν έρθει με φορτηγά μάς είπαν να πάμε στο κτίριο του ραδιοφώνου, γιατί εκεί πυροβολούσαν τον κόσμο. [...] Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ανθρώπους. Δύο συνθήματα αντηχούσαν παντού: "Έξω οι Ρώσοι!" και "Ο Ίμρε Νάγκι στην κυβέρνηση!"».4

Περίπου 1.200 αστυνομικοί τάχθηκαν στο πλευρό των διαδηλωτών, με επικεφαλής τον διοικητή της αστυνομίας της Βουδαπέστης, Σάντορ Κοπάτσι. Ο πανικός στην πολιτική ηγεσία ήταν τόσο μεγάλος ώστε ορισμένοι κρύφτηκαν σε καταφύγια. Ολόκληρα συντάγματα περνούσαν στη πλευρά των εξεγερμένων. Από την άλλη, μέσα σε λίγες ώρες ισχυρότατες σοβιετικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν στην Ουγγαρία και ιδιαίτερα στη Βουδαπέστη καθώς ήταν ήδη προετοιμασμένες για μια ενδεχόμενη επέμβαση με βάση το σχέδιο «Volna» (Κύμα), που είχε εκπονηθεί προληπτικά από τον Ιούλιο.5 

Στις 24 Οκτώβρη, χιλιάδες εργάτες και εργάτριες βρίσκονταν στους δρόμους οπλισμένοι και έτοιμοι να πολεμήσουν τον σοβιετικό στρατό και την AVH. Πού βρήκαν όμως τα όπλα; Η προπαγάνδα του καθεστώτος μετά το 1956 ισχυριζόταν ότι τα όπλα είχαν παρασχεθεί από τους δυτικούς. Στην πραγματικότητα, μετά την καταστολή της επανάστασης δεν βρέθηκαν όπλα ξένης προέλευσης. Οι ΗΠΑ παρακινούσαν στα λόγια τους εξεγερμένους αλλά «χωρίς να κάνουν καμία απολύτως προετοιμασία για να τους βοηθήσουν είτε στρατιωτικά είτε διπλωματικά. Τα αρχικά ΝΑΤΟ θα μπορούσαν να συνοψίσουν την προσέγγισή των Δυτικών: Νο Αction.Talk Only», “καμία δράση, μόνο λόγια”.6 Το άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων το 1996 απέδειξε τελικά ότι το Πρεζίντιουμ του Κόμματος γνώριζε πως τα όπλα αυτά είχαν εγκαταλειφθεί από Ούγγρους στρατιώτες που είτε επέλεξαν να παραμείνουν ουδέτεροι είτε πέρασαν στη πλευρά των εργατών.7

Εκείνη τη μέρα περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι βρίσκονταν στους δρόμους της Βουδαπέστης. Οι μάχες επικεντρώθηκαν σε στρατηγικά σημεία. Το θάρρος των υπερασπιστών του στρατώνα Κίλιαν και του διοικητή του Παλ Μάλετερ, έμεινε χαραγμένο στη συλλογική μνήμη. Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν και σε άλλες πόλεις, όπως το Μόσονμαγκιαρόβαρ, το Γκιόρ, η Ταταμπάνια, το Σαλγκοτάριαν, το Σταλινβάρος, το Μίσκολτς και το Κάποσβαρ, προκαλώντας πολυάριθμους νεκρούς. Οι μάχες συνεχίστηκαν μέχρι τις 29 Οκτώβρη. 

Οι δισταγμοί της σοβιετικής ηγεσίας, ο κίνδυνος αδελφοποίησης μεταξύ Ούγγρων εξεγερμένων και Σοβιετικών στρατιωτών, η απογοήτευση που επικρατούσε στις τάξεις του σοβιετικού στρατού και η εξαναγκαστική για τους Σοβιετικούς επιστροφή στην εξουσία του λαοφιλή Ίμρε Νάγκι, ανάγκασαν τελικά τον Χρουστσόφ να αποδεχθεί προσωρινά την κατάσταση και να συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός από τις 29 Οκτώβρη.

Οι αντιπαλότητες που επικρατούσαν στο εσωτερικό του σοβιετικού Πρεζίντιουμ και η αδιαφορία απέναντι στους νεκρούς και τα αιτήματα των επαναστατημένων εργατών διαπερνούν όλα τα πρακτικά των συνεδριάσεων των έξι ημερών των μαχών. Ωστόσο, αποφασίστηκε τελικά να ακολουθηθεί η γραμμή Χρουστσόφ, της «ειρηνικής οδού της αποχώρησης των στρατευμάτων και των διαπραγματεύσεων».8 Στις 30 του μήνα ο σοβιετικός στρατός άρχισε να αποχωρεί.

Εργατικά συμβούλια

Μαζί με τις μάχες στα οδοφράγματα όμως η εργατική τάξη της Βουδαπέστης αντιλήφθηκε αμέσως πως για να νικήσει δεν έφταναν τα όπλα. Έπρεπε να πάρει τον έλεγχο και στα εργοστάσια. Μέσα σε λίγες μόνο ώρες εργατικά συμβούλια άρχισαν να εμφανίζονται  στα εργοστάσια της πρωτεύουσας και άλλων βιομηχανικών πόλεων. Ξεκίνησαν με γενικές συνελεύσεις που πρόβαλλαν απλά αιτήματα, όπως: “τέλος στη σοβιετική κατοχή” και “κατάργηση της AVH”. Πολύ γρήγορα ωστόσο αυτές οι συνελεύσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια σειρά πρακτικών προβλημάτων που τις ανάγκασαν να εξελιχθούν, να συντονιστούν μεταξύ τους και να διευρύνουν τις αρμοδιότητές τους. Ποιος θα περιπολεί στο εργοστάσιο; Ποιος θα φυλάει τους κρατούμενους; Ποιος θα εξασφαλίζει τον ανεφοδιασμό; Ποιος θα αποφασίζει αν η παραγωγή πρέπει να συνεχιστεί, ώστε να τροφοδοτούνται οι πόλεις και η ύπαιθρος; Έτσι γεννήθηκαν τα πρώτα εργατικά συμβούλια στο Μίσκολτς και στη Βουδαπέστη.

Στις 24 Οκτώβρη, οι 10.000 εργαζόμενοι του εργοστασίου Egyesült Izzó (παραγωγής ηλεκτρικών συσκευών) εξέλεξαν ένα συμβούλιο αποτελούμενο από 71 μέλη και έλαβαν αμέσως τα πρώτα μέτρα: κατάργηση της μισητής αμοιβής με το κομμάτι, απόλυση της διοίκησης του εργοστασίου, αύξηση των μισθών, και, ίσως το σημαντικότερο, καταστροφή των προσωπικών φακέλων που η διοίκηση είχε συγκεντρώσει για κάθε εργαζόμενο. Το εργατικό συμβούλιο του εργοστασίου λεωφορείων της Βουδαπέστης ανέλαβε τον ανεφοδιασμό των νοσοκομείων και των κλινικών. Στην πρωτεύουσα, που εξακολουθούσε να φλέγεται από τις συγκρούσεις, τα συμβούλια είχαν να αντιμετωπίσουν τα άμεσα προβλήματα που δημιουργούσε ο ένοπλος αγώνας. Στις υπόλοιπες πόλεις και στην ύπαιθρο, όμως, άρχιζαν να υπάρχουν ψίγματα μιας διαφορετικής κοινωνίας.

Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί πέρασαν στον έλεγχο των επαναστατικών επιτροπών και το πρόγραμμά τους προσαρμόστηκε στις ανάγκες της επανάστασης. Εργάτες από τα εργοστάσια των Γκιόρ, Ταταμπάνια, Σόνι και Κομάρομ συναντήθηκαν για να συντονίσουν τη δράση τους και να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς τους εργαζομένους της Βουδαπέστης. Στις 27 Οκτώβρη, το εργοστάσιο υποδημάτων Duna, η υφαντουργία Goldberger, το βυρσοδεψείο Tancsiscs και δεκάδες ακόμη χώροι εργασίας, καθώς και αγροτικοί συνεταιρισμοί δημιούργησαν τα δικά τους συμβούλια.

Στο Μίσκολτς, κατά τη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης στις 26 Οκτώβρη, οι δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν 38 ανθρώπους. Εργάτες, φοιτητές και αστυνομικοί που είχαν λιποτακτήσει έθεσαν την πόλη και τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό υπό τον έλεγχό τους. Την επόμενη, το ραδιόφωνο ανακοίνωνε: «Εδώ και δύο ημέρες, η πόλη του Μίσκολτς βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Εργατικών Συμβουλίων και του Συμβουλίου των Φοιτητών». Στη Βουδαπέστη, στις 24 Οκτωβρίου αντιπρόσωποι από 24 εργοστάσια διακήρυξαν: «Το ανώτατο όργανο του εργοστασίου είναι το Συμβούλιο, το οποίο εκλέγεται δημοκρατικά. Ο διευθυντής είναι υπάλληλος του εργοστασίου. Ο ίδιος και τα ανώτερα στελέχη εκλέγονται από το Εργατικό Συμβούλιο. Για κάθε ζήτημα οφείλουν να λογοδοτούν στο Συμβούλιο».9

Κανείς όμως δεν μπορεί να περιγράψει καλύτερα αυτές τις στιγμές από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Σάντορ Ρατς, μετέπειτα προέδρου του Κεντρικού Εργατικού Συμβουλίου της Μείζονος Βουδαπέστης: «Αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στη δουλειά και να οργανώσουμε τη φύλαξη του εργοστασίου. Μας φαινόταν αυτονόητο ότι, χάρη στην επανάσταση, ο διευθυντής δεν θα διοικούσε πλέον· εμείς θα παίρναμε το εργοστάσιο στα χέρια μας. (...) Περπατώντας στους χώρους του εργοστασίου, κατέβασα όλα τα πορτρέτα, όλα τα αστέρια, τα αγάλματα και κάθε άλλο σύμβολο του καθεστώτος. (...) Ζούσα μέσα στο εργοστάσιο. Δεν μας έλειπε το φαγητό, γιατί οι αγρότες μάς έφερναν από την ύπαιθρο πατάτες, κρέας και χήνες. Κι αυτό ήταν μέρος της επανάστασης: χωρικοί με τα δισάκια τους στην πλάτη έρχονταν να ανεφοδιάσουν τους επαναστάτες».10

Ταυτόχρονα, οι εργάτες αντιλήφθηκαν ότι ακόμη και ο συντονισμός μεταξύ των εργοστασίων δεν αρκούσε και πως έπρεπε να δημιουργήσουν όργανα λαϊκής εξουσίας και σε τοπικό επίπεδο. Πρώτοι έκαναν το βήμα οι εργάτες της συνοικίας Κέλενφελντ, ενώ σύντομα ακολούθησαν οι υπόλοιπες συνοικίες της Βουδαπέστης και πολλές άλλες πόλεις. Γύρω από το Γκιόρ, κέντρο της σιδηροδρομικής βιομηχανίας, και την Ταταμπάνια, κέντρο εξόρυξης βωξίτη και άνθρακα, τα τοπικά εργατικά συμβούλια πολλών βιομηχανικών πόλεων ενώθηκαν για να συγκροτήσουν το Υπερδουνάβιο Εθνικό Συμβούλιο. Στο Ντέμπρετσεν, η δολοφονία τριών διαδηλωτών στις 23 Οκτωβρίου οδήγησε στη δημιουργία της Σοσιαλιστικής Επαναστατικής Επιτροπής του Ντέμπρετσεν.

Στην πόλη Σέγκεντ, στη νότια Ουγγαρία, ιδρύθηκε το Επαναστατικό Συμβούλιο του Λαού. Μέχρι τις 30 Οκτωβρίου 1956, η χώρα βρισκόταν ουσιαστικά υπό τον έλεγχο δύο διαφορετικών δυνάμεων: από τη μία αυτή των Εργατικών Συμβουλίων και από την άλλη της κυβέρνησης του Ίμρε Νάγκι. Είχε διαμορφωθεί έτσι μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας, η οποία όμως δεν μπορούσε να διαρκέσει για πολύ. Όπως αναφέρει ο Λέανδρος Μπόλαρης σε παλαιότερο τεύχος αυτού του περιοδικού «Η κυβέρνηση Νάγκι απολάμβανε της υποστήριξης και της εμπιστοσύνης των εργατικών συμβουλίων και επαναστατικών επιτροπών αλλά δεν τα έλεγχε. Έκανε κινήσεις για να εξασφαλίσει τη δημοτικότητά της(...) Όμως, το δίλημμα παρέμενε. Ποιος θα ελέγχει τη νέα Ουγγαρία; Τα συμβούλια θα γινόταν ένα συμπλήρωμα του κρατικού μηχανισμού και οι επιλογές θα έμεναν στην κυβέρνηση, δηλαδή τη γραφειοκρατία; Ή η κυβέρνηση θα ελέγχονταν από τα συμβούλια;»11

Κρίση σε Ανατολή και Δύση

Τις μέρες της ανάπαυλας των ρωσικών επιθέσεων στην Ουγγαρία, στις 29 Οκτώβρη, ο ισραηλινός στρατός λειτουργώντας ως δεκανίκι της γαλλοβρετανικής συμμαχίας, εξαπέλυε επίθεση στη χερσόνησο του Σινά. Ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Γκ. Α. Νάσερ, είχε ανακοινώσει την εθνικοποίησή της Διώρυγας του Σουέζ, του πολυτιμότερο ίσως “περιουσιακού στοιχείου” της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Παρά την υπεροπλία η επίθεση της συμμαχίας άρχισε πολύ σύντομα να ναυαγεί. Την ίδια στιγμή, στη Μόσχα, το Πρεζίντιουμ συζητούσε την κατάσταση στην Ουγγαρία και ο Χρουστσόφ εξέφραζε την ανησυχία του: «Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι βρίσκονται σε πραγματικό χάος. Δεν πρέπει να βρεθούμε κι εμείς στην ίδια κατάσταση».12 Ο Χρουστσόφ θεωρούσε ότι οποιαδήποτε ένδειξη αδυναμίας στην Ουγγαρία, την ώρα που οι Γάλλοι και οι Βρετανοί βομβάρδιζαν την Αίγυπτο, έναν “σύμμαχο” της Μόσχας, θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα για την ΕΣΣΔ.

Αυτό που έγειρε όμως οριστικά την πλάστιγγα υπέρ μιας νέας σοβιετικής στρατιωτικής επέμβασης στην Ουγγαρία ήταν ο φόβος της επαναστατικής μεταδοτικότητας. Η Πολωνία βρισκόταν σε αναβρασμό από την εξέγερση στο Πόζναν τον Ιούνιο. Ενα κύμα απεργιών και διαδηλώσεων είχε σαρώσει τη χώρα, τα πανεπιστήμια είχαν πάρει φωτιά και εργατικά συμβούλια είχαν ξεφυτρώσει σε πολλά εργοστάσια. Με τον ερχομό του μεταρυθμιστή Γκομούλκα στην εξουσία είχε προσωρινά αποφευχθεί η ανάγκη επέμβασης των ρωσικών τανκς αλλά η κατάσταση ήταν ακόμα αβέβαιη.

Συγχρόνως οι Ούγγροι εργάτες περνούσαν τα σύνορα προς Ρουμανία και Τσεχοσλοβακία για να εξασφαλίσουν υποστήριξη. Στη Ρουμανία ξέσπασαν διαδηλώσεις σε Βουκουρέστι, Κλουζ, Τίργκου Μούρες, Τιμισοάρα και άλλες πόλεις. Στην Τσεχοσλοβακία, φοιτητές διαδήλωναν στη Μπρατισλάβα ενώ αξιωματικοί και στρατιώτες που είχαν σταλεί στα ουγγρικά σύνορα ανέφεραν ότι επικρατούσε ένα “αντισοσιαλιστικό” κλίμα. Διαδηλώσεις έφτασαν να γίνουν ακόμα και στη Μόσχα και στο Γιαροσλάβλ.

Έτσι, ύστερα από πολλές συζητήσεις, έντονες εσωτερικές διαφωνίες και μετακινήσεις μεταξύ Μόσχας και Βουδαπέστης, η σοβιετική ηγεσία κατέληξε ομόφωνα στην απόφαση για νέα στρατιωτική επέμβαση. Ο “δειλός” πλέον Ίμρε Νάγκι, αντικαταστάθηκε από έναν υπουργό του, τον Γιάνος Κάνταρ. Ο Κάνταρ που μέχρι τότε έκανε λόγο για μια «γνήσια λαϊκή εξέγερση» είχε μεταφερθεί αεροπορικώς στη Μόσχα με σοβιετικό αεροσκάφος την 1η Νοέμβρη και στις τέσσερεις του μήνα επέστρεψε στη Βουδαπέστη μαζί με τα σοβιετικά τανκς. Δεκάδες χιλιάδες Σοβιετικοί στρατιώτες, που υποτίθεται ότι αποχωρούσαν, έλαβαν διαταγή να επιστρέψουν για να συντρίψουν την επανάσταση μαζί με στρατεύματα που βρίσκονταν στη Ρουμανία. Επικεφαλής της επιχείρησης Στρόβιλος τέθηκαν οι περίφημοι σοβιετικοί στρατάρχες Γκεόργκι Ζούκοφ και Ιβάν Κόνιεφ. 

Αντεπανάσταση και δυαδική εξουσία

Παρότι η νίκη φαινόταν βέβαιη, ο Χρουστσόφ και οι συνεργάτες του είχαν υποτιμήσει την αντίσταση των λαϊκών συνοικιών και των μεγάλων εργοστασίων. Παρά τη συντριπτική υπεροχή του σοβιετικού στρατού, τα προπύργια της επανάστασης δεν έπεσαν εύκολα. Ο στρατώνας Κίλιαν, το Πέρασμα Κόρβιν και η οδός Τιουζόλτο έγιναν θρυλικά σύμβολα της αντίστασης. Στον κινηματογράφο Κόρβιν, ο φόβος της αδελφοποίησης ανάμεσα σε Σοβιετικούς στρατιώτες και εργάτες ήταν τόσο μεγάλος ώστε οι Ρώσοι αξιωματικοί προτίμησαν να ισοπεδώσουν το κτίριο με τα τανκς, χωρίς να χρησιμοποιήσουν πεζικό.

Στις συνοικίες Ούπεστ και Κεμπάνια της Βουδαπέστης, οι μάχες ήταν εξίσου σφοδρές. Στο Τσέπελ, μια μεγάλη εργατική συνοικία της Βουδαπέστης, γνωστή από τον Μεσοπόλεμο ως «Κόκκινο Τσέπελ», η αντίσταση συνεχίστηκε μέχρι τις 11 Νοέμβρη. Τότε πλέον η επανάσταση είχε ηττηθεί στρατιωτικά, αν και σε άλλες πόλεις συνέχισαν να σημειώνονται σποραδικές συγκρούσεις.

Παράλληλα η εργατική τάξη έδινε και τη μάχη των εργοστασίων. Το Κεντρικό Εργατικό Συμβούλιο της Μείζωνος Βουδαπέστης (ΚΕΣΜΒ) ιδρύθηκε στις 14 Νοέμβρη στη συνέχεια μιας συνέλευσης που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη ημέρα αλλά διακόπηκε επειδή ορισμένοι αντιπρόσωποι είχαν προσέλθει χωρίς τις απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις. Προς έκπληξή τους, όταν έφτασαν στο δημαρχείο της Ούπεστ, το βρήκαν περικυκλωμένο από σοβιετικά άρματα μάχης. Απτόητοι, μετέφεραν τη συνέλευση στο εργοστάσιο Egyesült Izzó. Ακολούθησε μια θυελλώδης συζήτηση, στην οποία είχαν δικαίωμα λόγου 5.000 εργάτες, ενώ κάθε δημοτικό διαμέρισμα εκπροσωπούνταν από δύο ανακλητούς αντιπροσώπους.

Η στιγμή αυτή αποτέλεσε το αποκορύφωμα της οργάνωσης των εργατικών συμβουλίων. Η δημιουργία ενός Εθνικού Εργατικού Συμβουλίου, ενός πραγματικού Κοινοβουλίου των Εργατικών Συμβουλίων, συζητήθηκε και σχεδιάστηκε. Όμως τα σοβιετικά τανκς, οι συλλήψεις, οι διωγμοί και οι εκτελέσεις έπνιξαν αυτό το όραμα στο αίμα.

Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, οι εργάτες συνέχισαν να οργανώνουν απεργίες, να καταλαμβάνουν εργοστάσια και να διατηρούν σε λειτουργία τα Συμβούλια. Σταδιακά όμως η δύναμή τους συρρικνώθηκε, πολλοί αγωνιστές “εξαφανίστηκαν” και ο Γιάνος Κάνταρ, στηριζόμενος στον σοβιετικό στρατό, εδραίωσε οριστικά την εξουσία του. Σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές της επανάστασης εκτελέστηκαν μέσα στα τρία χρόνια που ακολούθησαν. Περίπου 200.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα ως πρόσφυγες.

Μια επαναστατική κληρονομιά

Το αφήγημα πως στην Ουγγαρία το 1956 δεν έγινε μια γνήσια εργατική επανάσταση εξυπηρετούσε πολλούς, σε Ανατολή και Δύση. Όπως είδαμε όμως τους διαψεύδει η δράση της ίδιας της ούγγρικης εργατικής τάξης η οποία, συνάμα με τις μάχες που έδινε ενάντια στους γραφειοκράτες και τα τανκς, καταλάβαινε πολύ καλά πως έπρεπε να αντισταθεί και στις προσπάθειες της αστικής παλινόρθωσης. Ο Bruce Renton, ανταποκριτής του βρετανικού περιοδικού New Statesman στην Ουγγαρία τόνιζε πως: «Κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από την ξεκάθαρη εντύπωση ότι ο λαός δεν είχε ούτε την επιθυμία ούτε την πρόθεση να επιστρέψει στο καπιταλιστικό σύστημα».13

Σε διακήρυξη που δεν πρόλαβε να δημοσιεύσει το ΚΕΣΜΒ αναφέρει κάτω από τον τίτλο “Ο χαρακτήρας της επανάστασής μας”: «Η κοινωνικοοικονομική βάση (σ.σ. της επανάστασης) ήταν και είναι ο σοσιαλισμός, μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση. Οι φορείς της επανάστασης μας (...) θέλουν την ενίσχυσή του και την δημοκρατική εξέλιξή του στη βάση της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης».

Η επανάσταση τελικά ηττήθηκε. Το ωστικό της κύμα όμως τάραξε τα θεμέλια της αριστεράς παγκοσμίως. Τα ΚΚ της δύσης έπρεπε να εξηγήσουν στα μέλη τους γιατί τα τανκς στράφηκαν ενάντια στους εργάτες. Οι ηγεσίες τους δεν μπορούσαν να ξεμπερδέψουν εύκολα βαφτίζοντας τους επαναστατημένους εργάτες “φασίστες”. Οι περιγραφές για την μαζικότητα της επανάστασης με κέντρο τα εργοστάσια και τα εργατικά συμβούλια που έφταναν στην Ευρώπη κατέρριπταν αυτόν τον ισχυρισμό. Για να υπερασπιστούν τον στραγγαλισμό της επανάστασης τα ΚΚ ξόδευαν τόνους μελάνης που και πάλι δεν αρκούσε. Το μισό το είχαν χύσει άλλωστε για να υπερασπιστούν την καταστολή της εξέγερσης στην Πολωνία.

Στις 7 Νοέμβρη στη Γαλλία η απεργία συμπαράστασης στους εξεγερμένους απλωνόταν από το Παρίσι ως τη Μασσαλία, το Στρασβούργο, τη Νίκαια, το Μπορντό και τη Λυών. Στο Παρίσι οι διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και πολλά μέλη του ΚΚ και συνδικάτων, περικύκλωσαν τα κτίρια της Libération και της Humanité όπου βρίσκονταν τα κεντρικά γραφεία του κόμματος. Μεγάλα συνδικάτα όπως το τμήμα Μεταλλουργίας του Σικουάνα της CGT στο οποίο το ΚΚ είχε τον έλεγχο συμμετείχαν και στη συνέχεια μποικόταραν την “αντιφασιστική” διαδήλωση του κόμματος στις 13 Νοέμβρη.14 Αν και σε πρώτο χρόνο το ΚΚ Γαλλίας κατάφερε να αντέξει το σοκ των ουγγρικών γεγονότων τουλάχιστον αριθμητικά, οι πολιτικές συνέπειες, ιδιαίτερα στη νεολαία, θα γινόντουσαν σύντομα αισθητές.15 

Αντίθετα, άλλα δυτικά ΚΚ είδαν το δυναμικό τους να συρρικνώνεται άμεσα. Τόσο τα μικρότερα σε Βέλγιο, Νορβηγία, Δανία, Ελβετία, όσο και μεγαλύτερα όπως στις ΗΠΑ, στη Μ. Βρετανία και πάνω απ' όλα το ΚΚ Ιταλίας. Στις ΗΠΑ το ΚΚ που είχε καταφέρει να επιζήσει από την περίοδο του Μακαρθισμού, δεν μπόρεσε ποτέ να ανακάμψει από την κρίση που προκάλεσε η ρώσικη επέμβαση. Το βρετανικό ΚΚ έχασε περίπου το 20% των μελών του (7.000 από τα 33.000) άμεσα ως αποτέλεσμα της απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής της 4ης Νοεμβρίου. Το Ιταλικό έχασε πάνω από 200.000 μέλη μέσα στο 1957, κυρίως μεταξύ γυναικών εργατριών και διανοουμένων, γνωρίζοντας την πιο απότομη παρακμή στην ιστορία του.16

Για χιλιάδες νέους η ουγγρική επανάσταση είχε φωτίσει την κατάσταση που επικρατούσε στην ΕΣΣΔ και τους οδήγησε στην αναζήτηση μιας επαναστατικής προοπτικής από τα κάτω πέρα από τα όρια του σταλινισμού και των δορυφόρων της ΕΣΣΔ. Η έκρηξη από τα κάτω στην Ευρώπη θα έρχονταν δώδεκα χρόνια μετά, με τον Μάη του '68, αλλά οι Ούγγροι εργάτες είχαν ανοίξει το δρόμο ώστε αυτή η ριζοσπαστικοποίηση να κοιτάξει πέρα από τα όρια του “υπαρκτού σοσιαλισμού”.

Σήμερα, για τους αγώνες της τάξης μας που συγκρούεται με τον σύγχρονο αρπακτικό καπιταλισμό η παρακαταθήκη των Ούγγρων επαναστατών του 1956 παραμένει ζωντανή: το μέλλον μας είναι ο σοσιαλισμός από τα κάτω και η εργατική δημοκρατία. 

 

Σημειώσεις

1. Peter Fryer, Hungarian Tragedy, London, Index Books, 1997, σελ. 24

2. Mark Kramer, « The USSR and the 1956 Crises », Journal of Contemporary History, τόμ. 33, αρ 2, 1998, σελ. 181.

3. Bill Lomax, The Hungarian Revolution, London, Allison & Busby, 1976, σελ. 37

4. Ο Ίμρε Νάγκι ήταν πρωθυπουργός το διάστημα 1953-55 και στη συνέχεια καθαιρέθηκε και διαγράφτηκε από το κόμμα.

5. Για μια πληρέστερη περιγραφή των μαχών βλ. Λέανδρος Μπόλαρης, Ουγγαρία 1956: Εργατική Επανάσταση ενάντια στον κρατικό καπιταλισμό, Περιοδικό Σοσιαλισμός από τα Κάτω, τεύχος 118.

6. Charles Gati, Failed Illusions: Moscow, Washington, Budapest, and the 1956 Hungarian Revolt,Woodrow Wilson Center Press, σελ.2.

7. Mark Kramer (μτφρ. και επιμ.), «The “Malin Notes” on the Crises in Hungary and Poland, 1956», Cold War International History Project Bulletin, τχ. 8–9, 1996/1997, σελ. 385–410.

8. Bill Lomax, The Hungarian Workers’s Councils in 1956. Boulder, Social Science Monographs, 1990, σελ. 409

9. Bill Lomax, The Hungarian Revolution, London, Allison & Busby, 1976, σελ. 414

10. Bill Lomax, The Hungarian Workers in 1956. Boulder, Social Science Monographs, 1990, σελ. 411

11. Λέανδρος Μπόλαρης, Ουγγαρία 1956: Εργατική Επανάσταση ενάντια στον κρατικό καπιταλισμό, Περιοδικό Σοσιαλισμός από τα Κάτω, τεύχος 118, σελ.27

12. V. N. Malin, «Working Notes from the Session of the CPSU CC Presidium on 28 October 1956», 28 Οκτωβρίου 1956, μτφρ. Mark Kramer, Wilson Center Digital Archive, TsKhSD, F. 3, Op. 12, D. 1005, Ll. 54–63

13. New Statesman and Nation (17 Νοεμβρίου 1956), αναφέρεται στο Peter Fryer, Hungarian Tragedy, ό.π., σελ. 6

14. COMMUNISME – n°88 – 2006 Communisme. Revue du centre d’étude d’histoire et de sociologie du communisme, αρ. 88/89, 2006, σελ.120

15. Marc Lazar, Maisons rouges. Les Partis communistes français et italien de la Libération à nos jours, Paris, 1992, p. 308

16. COMMUNISME – n°88 – 2006 Communisme. Revue du centre d’étude d’histoire et de sociologie du communisme, nο 88/89, 2006, pp. 185- 204 και Roy Neal Tannahill, The Communist Parties of Western Europe, Westport, Connecticut, Greenwood Press, 1978, σελ. 59, 63, 74